Σούπερμαν… πού είσαι;

Τρί, 24/07/2018 - 15:13

Ελλάδα 26/8/2007- Ελλάδα 23/7/2018

Τρώω πίτσα και πίνω coca-cola. H τηλεόραση δείχνει φωτιές. Φωτιές παντού. Άνθρωποι καίγονται, δάση καίγονται, σπίτια καίγονται, πολιτισμός καίγεται, διαφωνίες καίγονται, λάθη καίγονται, πάθη καίγονται, αισθήματα καίγονται.

Επιβεβαίωση αυτής της πικρόχολης φωτογραφίας στο βιβλίο της Α΄ Γυμνασίου (αν κάτι μου έμεινε από το σχολείο…) « Χτες έκαιγαν βιβλία, σήμερα καίνε βιβλία, μια μέρα θα κάψουν ανθρώπους». Αυτή η μέρα φαίνεται πώς ήρθε. Μια χώρα παραδομένη στην καιόμενη αναρχία της. Έλληνες παραδομένοι στον μαζικό προσωπικό τους πόνο. Και μια φωτιά παντού ίδια. Ποιος είπε ότι έχουν γίνει μόνο δύο παγκόσμιοι πόλεμοι; Ποιος τόλμησε να πάψει να μιλά για ιστορία του έθνους μέχρι το ’74; Και μετά; Ποιος τόλμησε να σταματήσει την παγκόσμια ιστορία το’45; Από τότε και μετά τί έχουμε γράψει θα μας διδάξει κανείς;

Λόγω εξέλιξης της τεχνολογίας οι καταστάσεις έχουν ωραιοποιηθεί, σαν διαφήμιση της τηλεόρασης για ένα νέο προϊόν καινοτομία στην αυτοματοποίηση των πάντων «με το πάτημα απλά ενός κουμπιού». Έτσι ζουν και πεθαίνουν οι άνθρωποι σήμερα. Πολιτισμένα και αθόρυβα σαν τα καινούργια πλυντήρια «SILENSE» και «κοιμάσαι» ήσυχος. Πατάς το κουμπί και κλείνεις τη τηλεόραση. Φωτιά δεν υπάρχει πια. Μπορείς να συνεχίσεις το καλοκαίρι σου…και να ξεχάσεις. Γιατί σήμερα οι άνθρωποι αν κάτι έχουν διδαχτεί από την Ιστορία αυτής της πατρίδας είναι να ξεχνούν.

Θλίψη, οργή, πανικός, απόγνωση κι ένα κλάμα εκ των υστέρων στη συνειδητοποίηση των παρόντων γεγονότων. Και τί να κάνεις; Πώς να νιώσεις; Πώς να φερθείς; Πώς να σκεφτείς και να πράξεις; Νεκροί, αγνοούμενοι, απελπισμένοι, εγκλωβισμένοι.

«Κάποιοι» αποφάσισαν πώς ήρθε η ώρα για τη νεκρανάσταση του Νέρωνα. «Κάποιοι» ήθελαν να δουν πώς είναι μια πόλη όταν καίγεται.

Ολοκαύτωμα Ελλάδας 2007. «Με κανόνια τις πόλεις χαλάσαν, μας ανάψαν φωτιές στα χωριά»…το ρεφρέν που μιλά για δόξα κι επανεκκίνηση το αφήνω στην άκρη.

Εγώ την έφαγα τη πίτσα μου, συνεχίζω να πίνω τη Coca-Cola μου, μου στέκεται ένα κλάμα στα μάτια, ένας κόμπος στο στομάχι, μια επίκληση στο Θεό, μια ψευδαίσθηση πώς έχω υπερδυνάμεις και μπορώ να πετάξω χωρίς να πέσω, να περάσω μέσα από τη φωτιά χωρίς να καώ, να φυσήξω αέρα και να παγώσω τις φλόγες και να σώσω το κόσμο. Χμ…σαν έναν υπερήρωα που ως απομηχανής θεός σε αρχαία, (αρχαία;) τραγωδία αποτρέπει το κακό. Μόνο που το κακό έχει μπει. Τ’ αφήσαμε και μπήκε.

Νεκροί άνθρωποι. Φωνές, πανικός, οργή, θυμός, κίνηση, καπνός, τηλέφωνα, κανάλια, δημοσιογράφοι, πυροσβέστες, πολίτες, κι όλοι οι υπόλοιποι που είμαστε μακριά.

Τον αγαπάω το τόπο μου. Και τους ανθρώπους του αγαπάω. Κι όλα όσα συμβαίνουν μου ξεριζώνουν τα μέσα μου γιατί κοιτάω τα χέρια μου και δε μπορώ ν’ ακουμπήσω κανέναν. Το μόνο που ακούγεται είναι καμπάνες να χτυπούν και φωνές σπαραχτικές «Καιγόμαστε».

Τώρα γράφεται η νεότερη Ιστορία μας με επιτεύγματα κι απώλειες πάσης φύσεως.

Δεν ξέρω πώς νιώθω, δεν ξέρω αν νιώθω μόνο «καίγομαι».

Δεν ξέρω τί πρέπει να κάνω. Έκανα το σταυρό μου. Έκανα και μια προσευχή.

Κοίταξα στον ουρανό μπας και σκάσει μύτη εκείνος ο όμορφος με τη μπλε φόρμα και τη κόκκινη κάπα. Α ρε Σούπερμαν πού είσαι;

 

Κατερίνα Σβύνου 26/8/07

 

Υ.Γ.: 11 χρόνια μετά τους ίδιους νεκρούς κλαίμε. 11 χρόνια μετά κι οι άνθρωποι συνεχίζουν να πνίγονται και να καίγονται. Τί έγινε; Συνηθίσαμε το θάνατο και δε μπορούμε χωρίς αυτόν; Καλοκαίρι είχαμε, καλοκαίρι έχουμε. Οι άνθρωποι κανονικά πάνε διακοπές. Δεν πάνε ούτε να πνιγούν ούτε να καούν. 11 χρόνια μετά κι αυτή η φωτιά δεν έχει σβήσει συνεχίζει να «καίει» όποιον βρει στο πέρασμά της. Ας τα βάλουμε κάτω ρε παιδιά, ας μετρηθούμε να δούμε πόσοι μείναμε πια… Λυπάμαι.

 

 

 

 

Άλλες απόψεις: Της Κατερίνας Σβύνου