Χίος, Πέμπτη 13 Αυγούστου

Xιώτικο κυνήγι και εθνική ταυτότητα: Μια αμφίδρομη σχέση

Παρ, 11/05/2018 - 06:24
Κώστας Προμπονάς

 

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε

νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ

 κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ

 κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι

ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια

                                    Γιώργος Σεφέρης (Κίχλη)

Αυτό το άρθρο ερευνά την παράδοξη συνύπαρξη στην μεταπολιτευτική Ελλάδα  δύο έξεων: Aφενός μιας αυξημένης συναισθηματικότητας απέναντι στα ζώα και τον φυσικό κόσμο, και αφετέρου μιας ολοένα αυξανόμενης έλξης και δημοφιλίας της θήρας καθώς και της δίψας για πληροφόρηση των τρομερά ποικιλόμορφων σχημάτων και στρατηγικών της: Xερσαίο κυνήγι, παράκτια ερασιτεχνική αλιεία, υποβρύχιο ψάρεμα-αχανή όλα! Aς προλάβω κάποιους αφ’ υψηλού τιμητές: Ας μην ταυτίζουμε τον Καστοριαδικό οδυρμό για την «Άνοδο της ασημαντότητας» με την διαχείριση του ελεύθερου χρόνου στις σύγχρονες Δημοκρατίες! Γιατί ακόμα και ο Έλληνας φιλόσοφος ακολουθώντας την θεωρητική γραμμή του Σόλωνα που καταδίκαζε τον ιδιωτεύοντα σε πολιτικές διαμάχες Αθηναίο πολίτη θα κατέκρινε παρομοίως όσους εξισώνουν ισοπεδωτικά μια ψητή δεντρότσιχλα με ένα χάμπουργκερ! Η δημόσια συζήτηση, καθώς το κυβερνητικό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει μια ισχυρή αντικυνηγετική σέκτα, φαίνεται σήμερα να γνωρίζει μια νέα ακμή που φανερώνεται από την αύξηση των συζητήσεων στα κοινωνικά δίκτυα και στις κοινοβουλευτικές επιτροπές για ενδεχόμενες απαγορευτικές πολιτικές. Ας υπενθυμίσουμε εδώ το αυτονόητο: Ο αριθμός των προβολών στο Youtube ενός ερασιτεχνικού κυνηγετικού στιγμιότυπου περιλαμβάνει και τους επικριτές του όπως φανερώνεται και από τους ομηρικούς καυγάδες!

  Έως πρόσφατα, οι λογομαχίες και οι ασύμμετρες επιχειρηματολογίες κυνηγών και αντιπάλων για το πώς είναι καλύτερα να «καταναλώνουμε» φυσικά περιβάλλοντα επέμεναν  ότι οι όροι αυτής της συζήτησης  είναι μόνο ηθικοί, δομούνται στη βάση μιας αφηρημένης ηθικής, την οποία θεμελίωσαν Γερμανοί φιλόσοφοι τον 18ο αιώνα, χωρίς καμία προσπάθεια να κατανοήσουν τη δύναμη και το πάθος πίσω από την βαριά ιστορική πείρα του κυνηγιού στη Μεσόγειο. Η ηθική του κυνηγού, σύμφωνα με το αντικυνηγητικό  κίνημα, προδίκαζε εμμονικά ότι τα θηρευτικά κίνητρα  προέρχονται από μια δήθεν «ανάγκη» του κυνηγού να ασκεί βία και σκληρότητα με την τελευταία να εξωραΐζεται από τους φίλους του κυνηγιού ως «αταβιστική» . Ήταν και για τις δύο πλευρές όμοιοι οι όροι δόμησης του βαθιά πολιτικού παιγνίου καθώς όλη η περιβαλλοντική βιβλιογραφία που ασχολείται με την έκρηξη του ενδιαφέροντος για τη φύση παρέλειπε μέχρι σήμερα να αναφέρει  παραδοσιακές επιδιώξεις των κυνηγών στη Νότια Ευρώπη οι οποίες είναι αγκυροβολημένες σε Μεσογειακούς κώδικες τιμής και ντροπής και έχουν δομηθεί συγκρουσιακά-όχι όμως αναγκαία ταξικά. Πρόσφατα ευρήματα από το πεδίο της κοινωνικής και προφορικής ιστορίας καθώς και η μελέτη βιογραφιών  ανανεώνουν το ενδιαφέρον για όσους μελετούν τις αντινομίες του δίπολου Ελληνική Κοινωνία/Φύση. Υποστηρίζεται εδώ ότι ο ενθουσιασμός για το κυνήγι είναι ιστορικά περίπλοκος και σχετίζεται με βαθιά ριζωμένες σημασίες στην φαντασιακή θέσμιση της Ελληνικής κοινωνίας, έννοιες που εδράζονται στον πυρήνα συζητήσεων για την αρρενωπότητα (masculinity), την ανάδυση του Έθνους και κυρίως την επούλωση και αντιμετώπιση του ψυχοκοινωνικού τραύματος ατομικά και συλλογικά .  Οι μαρτυρίες φαίνεται να ρίχνουν φως στο μηχανισμό που επάγει την μυστηριώδη ανθεκτικότητα, αυτό το προνόμιο που θαυμάζουμε σε επιβιώσαντες υπερήλικες και είναι σήμερα στο επίκεντρο της επιστημονικής συζήτησης, αλλά για σταθείτε! Μήπως και εμείς οι νέο-Έλληνες δεν ερχόμαστε από μακριά; Δεν έχουμε επιδείξει στην ιστορική μας διαδρομή την αρετή της απαντοχής; Μακριά από το να είναι οι νοσταλγοί της διατήρησης των προνομίων πελατειακών ομάδων στην κοινωνία, οι νέοι υποστηρικτές του κυνηγιού και της ερασιτεχνικής αλιείας συχνά προέρχονται από τμήματα της μεσαίας αστικής τάξης, φτωχοποιημένης στη χώρα μας ολοένα και περισσότερο. Ευελπιστούμε πως καθώς αναμένεται να συνεχιστεί  η συζήτηση θα βρούμε την αυτογνωσία μας-προσωπική και συλλογική,  αξιοσημείωτα πιο εμπλουτισμένη.

Θα υποστηρίξουμε ότι την ελληνική κυνηγετική θεωρία και πράξη την χωρίζει χάσμα μέγα από τις αγγλοσαξονικές παραδόσεις. Πρόκειται για ένα πολιτισμικό σχίσμα. Για όσους επικρίνουν την κατηγοριοποίηση ως απλουστευτική θα θυμίσω ότι υπάρχει μια βαριά ιστορική πείρα στην Ευρώπη που περιλαμβάνει όχι μόνο τις πρώην αποικιοκρατικές χώρες που σήμερα χαρακτηρίζονται ως δυτικές δημοκρατίες αλλά και τις χώρες του πρώην σιδηρού παραπετάσματος. Ειδικά στην Ανατολική κομμουνιστική Ευρώπη το κυνήγι διατήρησε το κύρος του για μεγαλύτερο διάστημα. Υιοθετήθηκε ως σύμβολο γοήτρου από τα υψηλόβαθμα στελέχη του κομουνιστικού κόμματος. Γι’ αυτούς, όπως και για τον στρατηγό του Ράϊχ Χέρμαν Γκαίρινγκ τη δεκαετία του ’30, το κυνήγι του βίσωνα αποτελούσε το μέγιστο έπαθλο-«τη μέγιστη παρωδία των συνηθειών της φεουδαλικής αριστοκρατίας» όπως γράφει ο Norman Davies στην «Ιστορία της Ευρώπης».

 Η ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων και της αγροτικής παραγωγής ώθησε σταδιακά στον μετασχηματισμό των τεχνικών και του κοινωνικού ρόλου του κυνηγιού. Το κυνήγι στα δάση για όλη την μακρά διάρκεια των αυτοκρατοριών αποτελούσε σημαντική παράμετρο των προνομίων βασιλέων και ευγενών. Όταν το  1934 ο Πάτρικ Λη Φέρμορ διασχίζει με τα πόδια την Ευρώπη, από την Αγγλία μέχρι την Κωνσταντινούπολη φιλοξενείται, συχνά  χάρη σε μια σειρά συστατικών επιστολών στα μέγαρα γόνων της φεουδαρχίας. Τους τοίχους στα σαλόνια της Αριστοκρατίας στολίζουν βαλσαμωμένα κυνηγετικά τρόπαια σε τεράστιους αριθμούς.. Το κάστρο του Κονόπιστε, κυνηγετικό καταφύγιο του Αρχιδούκα Φερδινάνδου, στέγαζε μια τεράστια συλλογή κυνηγετικών τροπαίων του Αρχιδούκα, ασφυκτικά γεμάτη από χαυλιόδοντες ελεφάντων μέχρι κέρατα ταράνδων. Αργότερα, τα ναζιστικά Ες Ες ενδιαφέρθηκαν γι’ αυτό θεωρώντας το ωραίο τόπο αναψυχής και αποφάσισαν να το βάψουν μαύρο. Ο Αρχιδούκας είχε διατρέξει ολόκληρη την υφήλιο κυνηγώντας θηράματα. Δύο από τα τρία ταξίδια του στην Πολωνία ήταν αρκετά για να οδηγήσουν τον ευρωπαϊκό βίσωνα στο χείλος της εξόντωσης. Διέταξε να συντηρηθούν προσεκτικά τα απομεινάρια των φονευμένων ζώων. Στο Κονόπιστε, χιλιάδες θύματά του βαλσαμώθηκαν και εκτέθηκαν σε προθήκες. Τα κεφάλια τους είχαν κρεμαστεί στους τοίχους. Οι σιαγώνες τους, σχολαστικά επισκευασμένες από τον οδοντίατρο του αυτοκράτορα, τακτοποιήθηκαν σε επάλληλες σειρές και μπήκαν σε προθήκες. Η σκόπιμη σφαγή τέτοιων ανυπεράσπιστων πλασμάτων από την Αριστοκρατία είχε ήδη αρχίζει να διακωμωδείται το 1893 όταν ο Όσκαρ Γουάιλντ κορόιδευε τον ευγενή της αγγλικής υπαίθρου που έτρεχε πίσω από την αλεπού ως «τον απερίγραπτο που κυνηγά αυτό που είναι αδύνατον να φαγωθεί. Μια τέτοια βαριά κληρονομιά οδηγούσε σε αμηχανία ακόμα και ευφυείς προσήλυτους στα νιάτα τους  που διέθεταν ανεπτυγμένη κρίση όπως ο Κάρολος Δαρβίνος. Στην αυτοβιογραφία του ομολογεί: «Έφηβος, ήταν τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός μου ώστε όταν έπεφτα για ύπνο, τοποθετούσα τις κυνηγετικές μπότες ανοιχτές δίπλα στο κρεβάτι, για να μη χάνω ούτε λεπτό μέχρι να τις φορέσω. Νομίζω όμως πως κατά βάθος ντρεπόμουν και λίγο για τον ενθουσιασμό που μου προκαλούσε και προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι το κυνήγι ήταν μια σχεδόν εγκεφαλική υπόθεση απαιτώντας μεγάλη ικανότητα για τον εντοπισμό των θηραμάτων και τη σωστή καθοδήγηση των σκύλων. Τα βράδια τα μέλη της κυνηγετικής λέσχης πίναμε υπερβολικά, τραγουδούσαμε χαρούμενοι και παίζαμε χαρτιά. Το ξέρω πως θα έπρεπε να αισθάνομαι ντροπή για τις ημέρες και τα βράδια που πέρασα κατ’ αυτόν τον τρόπο αλλά δεν μπορώ να μην αναπολώ με μεγάλη ευχαρίστηση εκείνες τις μέρες, καθώς κάποιοι από τους φίλους μου ήταν πολύ ευχάριστοι τύποι και όλοι μας διασκεδάζαμε υπερβολικά. Εκείνη την εποχή θα θεωρούσα τον εαυτό μου τρελό να χάσω τις πρώτες μέρες από το κυνήγι της πέρδικας για χάρη της γεωλογίας ή της οποιαδήποτε άλλης επιστήμης.» Η συντακτική πράξη του αντικυνηγετικού κινήματος σημειώθηκε με την ριζική αμφισβήτηση από τον Δαρβίνο του προτεσταντικού δόγματος που θεωρούσε το ανθρώπινο είδος ως διαχειριστή της δημιουργίας. Από τότε μέχρι και σήμερα στα μάτια των φανατικών αντιπάλων των αιματηρών αγωνισμάτων, όλες οι μορφές θήρας, πυροβολισμοί και καμακώματα θα έπρεπε να προστεθούν στον κατάλογο των βάρβαρων καταλοίπων του παρελθόντος.

Πως όμως εγγράφεται η καθ΄ ημάς Ανατολή στο φαντασιακό των ευγενών περιηγητών, ειδικά αυτών που αρέσκονται να κυνηγούν στα απαγορευμένα για τον άξεστο λαό φεουδαρχικά κυνηγοτόπια της Δύσης; Eίναι μια οριενταλιστική ματιά, σύμφωνα με τον όρο που καθιέρωσε ο Εντουάρ Σαϊντ. Όταν το 1700 ο Τουρνεφόρ, απεσταλμένος του Γάλλου βασιλιά περιγράφει την κυνηγετική πανίδα του Αρχιπελάγους διακρίνουμε κάτω από τις γραμμές των επιστολών του μια πηγή αντιζηλίας και μια φθονερή διάθεση: «Ναι! Υπάρχουν στα νησιά του Αιγαίου άφθονες πέρδικες, πιο κόκκινες από τις δικές μας, καταπληκτικής ομορφιάς. Αλλά ήταν κάπως στεγνές και σκληρές σαν δέρμα, μας φάνηκαν όμως εξίσου νόστιμες με εκείνες του Πέριγκορ - ομολογεί με ειλικρίνεια Στα Θερμιά της Κύθνου έχει τόσο τεράστιο πλήθος πέρδικες ώστε εξάγουν κλουβιά γεμάτα, όπου πωλείται το κομμάτι για δύο μόνο παράδες, δηλαδή τρία σόλδια. Στα Ελληνικά νησιά-καυχησιολογεί- όλοι οι ντόπιοι κυνηγοί είναι αδαείς. Καθώς οι έλληνες κυνηγοί δεν κατορθώνουν να τις σημαδέψουν όταν πετούν, τις περιμένουν δίπλα στα ρυάκια, όπου πάνε να πιουν σε κοπάδια, όπως οι κορυδαλλοί, και σκοτώνουν 7-8 μαζί και, κάποτε, έως 15-20. Οι νησιώτες της ορθόδοξης εκκλησίας είναι ανόητοι, χοντροκομμένοι και αγροίκοι. Τα διατηρημένα σε ξύδι ορτύκια της Μυκόνου- πάλι, ξενίζουν τον Τουρνεφόρ -γιατί γίνονται σαν πολτός» Όλες οι παραπάνω κρίσεις, αξιοσημείωτα προκατειλημμένες, δεν λάμβαναν υπόψη ότι κάθε πολιτισμός προσπαθεί να απαντήσει σε προβλήματα που θέτει αδήριτα το οικολογικό πλαίσιο όπως στην περίπτωση της άδενδρης Μυκόνου η οποία έκανε εισαγωγή κλαδιών για καύσιμη ύλη από τα γειτονικά νησιά του Δηλιακού συμπλέγματος και η συγκεκριμένη συνταγή παρασκευής δεν χρειαζόταν φωτιά με ξύλα για να παρασκευαστεί.

Από τον 14ο αιώνα η αριστοκρατία του τότε πολιτισμένου κόσμου όριζε το κυνήγι ως μια εξωστρεφή δραστηριότητα με τελετουργικά κοινωνικοποίησης που  σκοπό είχαν το κλείσιμο εμπορικών ή γαμήλιων συμφωνιών οι οποίες κατέληγαν σε ανταλλαγές τεράστιων εκτάσεων μεταξύ γαλαζοαίματων. Χρησιμοποιούσαν άλογα και μεγαλόσωμα ή μικρόσωμα λαγωνικά μαζί με μικρά τεριέ για το κυνήγι του ελαφιού, της αλεπούς, του λαγού και του φασιανού, ενώ τα όπλα τους κόστιζαν μια μικρή περιουσία. Στην ακμή της βρετανικής αυτοκρατορίας, τον 19ο αιώνα, για την ικανοποίηση των επιθυμιών των ευγενών στο κυνήγι του φασιανού με την μέθοδο της παγάνας αναπτύχθηκε η πρακτική «put and take» που εξελίχθηκε αργότερα στην εγκαθίδρυση ανά την Ευρώπη Ελεγχόμενων Κυνηγετικών Περιοχών (Ε.Κ.Π). Στην Ελλάδα, όπως είναι ευρέως γνωστό, η πρώτη Ε.Κ.Π ήταν το ιδιωτικό νησί Σπετσοπούλα όπου ο μεγιστάνας Νιάρχος εξέτρεφε εκατοντάδες φασιανούς.Όταν το είχε αγοράσει, ο πεθερός του τον μάλωσε, αλλά και τον συμβούλεψε:

 «-Τι έκανες, βρε φιγουρατζή; Το ένα βαπόρι μπορεί να σου φέρει το άλλο, αλλά ένα νησάκι τι θα σου δώσει, πέρδικες και φασιανούς;»

«- Ναι, καπετάν Σταύρο... Και κυνηγούς γαλαζοαίματους και προσκαλεσμένους μου, που μπαίνουν πρωτοσέλιδοι στις εφημερίδες...»του απάντησε ο «ηρωικός κυνηγός» όπως κολακευτικά ονόμαζαν τον εφοπλιστή φίλοι και συγγενείς εκτός από την ανιψιά του Χριστίνα Ωνάση η οποία έπαθε νευρικό κλονισμό μόλις διαπίστωσε πως οι φασιανοί που πολλές φορές τάιζε, ελευθερώνονταν από το κλουβί τους για να τους κυνηγήσουν οι φιλοξενούμενοι του Σταύρου Νιάρχου.

Ο σπετσιώτης Στέφος Αλεξανδρίδης αφηγείται για εκείνη την περίοδο πως «όταν αγόρασε το νησί ο Νιάρχος, είπε όσοι κάτοικοι είναι εδώ πέρα θέλω να φύγουνε, να μείνει το νησί καθαρό. Τότε ο μοναδικός κάτοικος που ήταν εκεί πέρα ήταν ο Ξυνός. Το όνομά του ήταν Δημήτρης Πετρούτσης, από το περίφημο σόι των ναυπηγών. Όμως τον ονομάσανε Ξυνό διότι του δίνανε κρασί κι έπινε, δεν πα νάτανε ξύδι, ό,τι του δίνανε τα’ πινε, γιατί του άρεσε το κρασί. Είχε και μια κατσίκα για να πίνει γάλα. Ήτανε καλός άνθρωπος, καλός γλεντζές, τραγούδαγε. Ήτανε και καλός ναυπηγός, έφτιαχνε ωραίες βάρκες και καϊκια. Λέει τότε ο Ξυνός, μπορώ να δώ τον Νιάρχο; Zήτησε δηλαδή ακρόαση. Τον εδέχτηκε. Τότε του λέει ο Ξυνός: «-άκου εδώ άνθρωπέ μου, ο ουρανός κι η θάλασσα έχουν το ίδιο χρώμα, ο Νίαρχος και ο Ξυνός θα μπούν στο ίδιο χώμα!» Μόλις άκουσε την σοφή κουβέντα, λέει ο Νίαρχος: «- Θα τον αφήσετε να μείνει εδώ και θα του βγάλετε κι ένα μισθό. Κι έτσι του κάναν ένα ωραίο σπίτι και του πηγαίνανε φαϊ γιατί είχε χάσει πια το φως του».

Για να έχει ζωντανούς στόχους ο μεγιστάνας, μεταφέρθηκαν στη Σπετσοπούλα ελάφια και ζαρκάδια, λαγοί, φασιανοί, πέρδικες και ορτύκια από την Αυστρία και την Ιταλία. Το κυνήγι που οργανώνει το 1966, με δώδεκα καλεσμένους, «είπαν πως ήταν παγκόσμιο ρεκόρ. Με το τέλος του κυνηγιού, 3947 πουλιά μεταφέρθηκαν στην προβλήτα του λιμανιού, όπου όλο το βράδυ το προσωπικό ξεχώριζε τους φασιανούς από τις πέρδικες, τα θηλυκά από τα αρσενικά και τα ταξινόμησαν κατά ομάδες στο πλακόστρωτο», για την αναμνηστική φωτογραφία με τον τότε Βασιλέα Κωνσταντίνο.

H συνειδητοποίηση ότι είμαστε σύγχρονοι κυνηγοί, που έχουμε δεχθεί πολλαπλά κύματα νεωτερικότητας, είναι αυτή που τοποθετεί το παρελθόν στην ιστορία, που το βγάζει από τη διαρκή εκκρεμότητα ανάμεσα σε «αυτό που πέρασε» και σε «αυτό που διαρκεί ακόμη». Γιατί η ταύτιση με τους κυνηγούς του παρελθόντος είναι καθήλωση όταν συνοδεύεται από την αίσθηση της απώλειας, της δήθεν χαμένης αθωότητας, «της χαμένης άνοιξης  των τρυγονιών που μας έκλεψαν οι Βρυξέλλες»

Η συνείδηση της διαφοράς είναι συνείδηση της μετάβασης. Δεν προχωράς αν κοιτάζεις συνεχώς πίσω με ενοχές, αν νοσταλγείς χαμένες αθωότητες. Δεύτερο, κινδυνεύει το ίδιο το παρελθόν να γίνει αδιάφορο και πληκτικό. Η κυνηγετική κοινότητα δεν έχει κάνει το μέρος της δουλειάς που τις αναλογεί, δηλαδή την κριτική επεξεργασία του παρελθόντος, και δεν έχει πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από αυτό. Η σύνθεση όμως ανάμεσα στο κριτικό παρελθόν και στο κριτικό παρόν, είναι κάτι που πρέπει να γίνει στην ευρύχωρη κοινότητα των Ελλήνων κυνηγών-και είναι πιο εύκολο γιατί δεν βαρυνόμαστε από ποικίλα «σαφάρι» και αποικιοκρατικές αμαρτίες. Το ζητούμενο επομένως είναι αν ιστορικά βιώματα, παρελθούσες προσδοκίες και παρούσες εμπειρίες μπορούν να μπουν σε ένα πλαίσιο συνεξέτασης, ώστε να συγκροτηθεί μια καινούργια ταυτότητα.

Στο “put and take” τα εκτρεφόμενα ζώα απελευθερώνονται λίγες μέρες πριν την διεξαγωγή της καταδίωξής τους. Όσοι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, όπως η Η. Dahles, μελέτησαν όχι μόνον κοινότητες αυτοχθόνων κυνηγών αλλά και κοινωνίες που δέχθηκαν κύματα νεωτερικότητας αναφέρονται στο περίεργο εύρημα ότι σε όλους τους πολιτισμούς στη θήρα δεν είναι η κάρπωση αυτή που αξιολογείται θετικά αλλά ο τρόπος που αποκτήθηκε. Η έρευνα για τα κίνητρα θήρας αποκαλύπτει ότι τους ανθρώπους κυνηγούς σε οικουμενικό πλαίσιο ελκύει όχι η θανάτωση αλλά η προσπάθεια που καταβάλλεται κατά τη διαδικασία της θήρας καθώς και η ευχαρίστηση που αντλείται από τη δυσκολία της ανθρώπινης γνωστικής ικανότητας να διαυγάσει το απρόβλεπτο των θηραμάτων, τους αριθμούς που θα συναντηθούν στον κυνηγότοπο αλλά και το απροσδιόριστο της έκβασης που έχει η κυνηγετική προσπάθεια. Ας μου επιτραπεί όμως εδώ να προτείνω μια προκλητική ερώτηση για την ενδεχόμενη επίδραση στη μεταπολεμική κυνηγεσία που είχε η τρομερή Κατοχική εμπειρία, αυτό το ανεπεξέργαστο  ψυχοκοινωνικό τραύμα από τη λιμοκτονία χιλιάδων Ελλήνων. Η συγκεκριμένη υπόθεση εργασίας για τους ερευνητές της ιστορίας της θήρας στον Ελληνικό χώρο δεν θα είναι άκαρπη αν και μέχρι σήμερα είχε επισκοτισθεί.

Έχει κάποιο πρακτικό νόημα μια παρόμοια συζήτηση σήμερα στην Ελλάδα; Πιστεύω πως έχει, προκειμένου να καταλάβουμε τις αξίες που κομίζει το Ελληνικό κυνήγι, καθώς και τις εναλλακτικές  προτάσεις που έλαβαν χώρα στον Ευρωπαϊκό περίγυρο . Το κλειδί της κατανόησής μας θα πρέπει να είναι η ίδια η ιστορικότητα της θήρας, και ιστορικότητα σημαίνει αντιφατικότητα, Ωστόσο αυτό το πλαίσιο δεν μπορούμε να το καταλάβουμε αφηρημένα αλλά μέσα από τη σχέση του Ελληνικού με το Αγγλοσαξονικό και το κυνήγι της Μεσευρώπης.. Η συζήτηση για το κυνήγι δημιουργεί εθνικό αφήγημα, και η ιστορική έρευνα ξαναβάζει στο παιχνίδι, από πλευρές που δεν το περιμέναμε τις εθνικές ιδεολογίες, με αναμείξεις αναπάντεχες, τόσο ως απαντήσεις στην κρίση όσο και ως εργαλεία της κρίσης. Το πρίσμα με το οποίο ο ιστορικός θεάται το εθνικό κυνήγι βεβαίως δεν πρέπει να είναι απλοϊκό.  Στην πραγματικότητα οφείλει να στοιχηθεί με την γραμμή του εθνικού ποιητή Διονύσιου Σολωμού που σταθερό του γνώρισμα είναι ο κριτικός, συχνά επικριτικός ή και καυστικός, και μαστιγωτικός τρόπος με τον οποίο σχολιάζει τα κακώς κείμενα του εθνικού βίου, πάρτε παράδειγμα από το «Η Γυναίκα της Ζάκυθος». Κι αυτό, διότι το ιδεώδες από το οποίο εμφορείται ο ποιητής αλλά και οι πρωτοπόροι Έλληνες συγγραφείς για το Κυνήγι, ο Σμυρνιός, δικηγόρος Γ. Οικονομίδης και ο «Χιώτης» καθηγητής Γ. Ρεβελλής είναι πρωτίστως παιδευτικό: «Εθνικό είναι ό,τι είναι αληθές». Είναι οι πρώτοι κυνηγοί-γραφιάδες του Νέου Ελληνισμού μαζί με τον Εμ. Λυκούδη. Ας πληροφορήσουμε εδώ τους αγαπητούς αναγνώστες ότι και οι δύο Έλληνες δεν επιθυμούν και ούτε είχαν πιθανώς τη δυνατότητα των εξαντλητικών, σχολαστικών εκδόσεων της Δύσης όπως Το βιβλίο του κυνηγιού (Le livre de la chasse) του Γκαστόν Φοίβου (1381)που αποτελεί αξιοσημείωτο κοινωνικό τεκμήριο για το ευρωπαϊκό κυνήγι του παρελθόντος. Ο συγγραφέας του Γκαστόν Γ΄, αποκαλούμενος και Φοίβος, κόμης του Φουά και υποκόμης του Μπεάρν (1331-1391) που υπήρξε ζωηρός τυχοδιώκτης από τη Γασκώνη αναφέρεται σε όλες τις μεθόδους κυνηγιού: κυνήγι με άλογο, με εκπαιδευμένο λαγωνικό, με παγίδες με δίχτυα, με όπλα, με δόκανα, ακόμα και με λαθροθηρία. Κάθε βήμα, μέχρι και το άρωμα του θανάτου, περιγράφεται με ακρίβεια και εικονογραφείται. Τα όπλα, η ιππασία και η ψυχολογία του κυνηγιού και του φόνου αξιολογούνται ως ουσιαστικά στοιχεία του στρατιωτικού κατορθώματος όπως εννοιολογείται η θήρα από το μεσαιωνικό εγχειρίδιο κυνηγιού. Αν και δεν είναι άμοιροι Ευρωπαϊκής Παιδείας- ο Οικονομίδης σπούδασε στο Παρίσι, ο Ρεβελής κατέχει άριστα τη Γαλλική γλώσσα- σκιαγραφούν μια κοινή θεωρητική πρόταση για το Ελληνικό κυνήγι που  επιτρέπει στην σημερινή κοινότητα των Ελλήνων κυνηγών να αντλήσει ενδυνάμωση, αυτοπεποίθηση και κρίσιμα επιχειρήματα στα επίδικα ζητήματα του παρόντος.

Ο Γιώργης Ρεβελής υπήρξε εξέχουσα εκπαιδευτική φυσιογνωμία της Χίου στο μεταίχμιο των Εθνικών αγώνων και της ένταξης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στον Εθνικό κορμό. Πάνω από όλα υπήρξε φλογερός πατριώτης και αφοσιωμένος δάσκαλος. Το μεράκι του όμως ήταν το κυνήγι. Η μελέτη της αυτοβιογραφίας του που την έγραψε σε ηλικία 85 ετών το 1938,  έχοντας ξανανιώσει το αίμα να κυλά στις φλέβες  μετά από αλλεπάλληλες εγχειρήσεις είναι σπουδή πως το Έθνος, η υπανάπτυκτη, μικρή Ελλάδα κατάφερε να βγει από την κρίση της. Δεκαπέντε χρόνια μετά την ταπεινωτική ήττα του 1897 την πτώχευση και την διεθνή επιτροπεία, είκοσι έτη μετά αφότου ο Αθηναίος Βερελής πήγε να δασκαλέψει στη λατρεμένη του Χίο, η Ελλάδα αποδείχθηκε στρατιωτικά και οικονομικά έτοιμη να διεξάγει δύο αλλεπάλληλες επιτυχείς στρατιωτικές εξορμήσεις και, μέσα σε δέκα μήνες, να διπλασιαστεί σε έκταση και πληθυσμό. Στην επιτυχία αυτή βεβαίως συνέβαλαν αφενός συνειδητές πολιτικές επιλογές, αφετέρου οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα. Η αγορά έξι αντιτορπιλικών το 1906 και η παραγγελία του θωρακισμένου καταδρομικού «Αβέρωφ» παγίωσαν την ελληνική θαλάσσια ισχύ και ανέδειξαν τη χώρα ως πρώτη ναυτική δύναμη στα Βαλκάνια. Αυτό το χαρακτηριστικό επέτρεψε στην Ελληνική κυβέρνηση να διαπραγματευτεί με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους την έξοδο της χώρας στον Α’ Βαλκανικό πόλεμο. Όμως το κρίσιμο βήμα για την ανάταξη του ελληνικού Έθνους από την κακοδαιμονία του ψυχοκοινωνικού τραύματος που συνιστά η ήττα του 1897 ήταν η καλλιέργεια από το κράτος έξεων που αντιμετωπίζουν τη συλλογική κατάθλιψη. Τότε εκδίδονται τα πρώτα κυνηγετικά ημερολόγια και εγχειρίδια όπως τα «Κυνηγετικά» του νομικού Γ. Οικονομίδη, τότε ιδρύεται η περίφημη λέσχη Κυνηγών της Σμύρνης, τότε με την ανάδυση της εκβιομηχάνισης, ο αστός κυνηγός χρησιμοποιεί το νέο μεταφορικό μέσο, το τρένο για να μεταβεί στα κυνηγοτόπια. Υπάρχει μια λαϊκότητα στις κυνηγετικές συνάξεις που λαμβάνουν χώρα εντός ενός μαζικού μεταφορικού μέσου και πάλλονται από τον αλυτρωτικό πυρετό που προκαλούσαν τα ανοιχτά εθνικά ζητήματα. Εκ των υστέρων, κάποιοι ιστοριογράφοι κατηγόρησαν τον ενθουσιασμό αυτών που ίδρυσαν την Εθνική Εταιρεία που μέλος της υπήρξε ο Γιώργης Ρεβελής ως λαϊκίστικο ορυμαγδό με όχημα τον πατριωτισμό. Θα τους απαντούσε ο δάσκαλος σήμερα: “Άλλο λαϊκότητα κι άλλο λαϊκισμός!”  Ο δάσκαλος ήταν ο ιθύνων νους της οργάνωσης στη Χίο και είχε ορκιστεί «να διασώσει την τιμή του έθνους προάγοντας την  αναζωπύρωση του εθνικού φρονήματος, την επαγρύπνηση επί των συμφερόντων των δούλων Ελλήνων και την παρασκευή της απελευθερώσεως αυτών πάσης θυσίας». Δυστυχώς οι Τούρκοι πληροφορούνται τον εξέχοντα ρόλο του στην παράνομη μεταφορά εκατοντάδων όπλων στο νησί και την τελευταία στιγμή παραιτείται από την ένοπλη δράση ώστε να ρίξει όλο το βάρος του στην παιδαγωγική του αποστολή και να ρίξει τον σπόρο για την πρόοδο της πατρίδας γιατί πίστευε, όπως κι ο Κένεντυ, πως η πρόοδος του Έθνους δεν μπορεί να είναι ταχύτερη από την πρόοδό του στην εκπαίδευση.

 «Πρόσωπο εύθυμο, που αστεϊζετο, τραγουδούσε -αυτοβιογραφείται ο Γιώργης Ριβελλής-, χόρευε και διηύθυνε όλους τους επίσημους χορούς. Αυτά όλα έκαναν τη Χιακή κοινωνία να νιώσει ότι μπορεί ένας να είναι και καλός δάσκαλος αλλά και άνθρωπος [σ.σ: με έντονα τυπογραφικά στοιχεία στο πρωτότυπο] εξ ίσου καλός και ευχάριστος, γι’ αυτό δόθηκε ευθύς εξαρχής ο δημόσιος χαρακτηρισμός δι εμέ, αν θέλετε μάλιστα και ο τιμητικός, τίτλος του γιαγνής δασκάλου (κατά λάθος δασκάλου)».  Οι Χιώτες  δεν ήταν εύκολοι σε επαίνους για ξένους έχοντας ιδιαίτερα υψηλή αυτοπεποίθηση αφότου ο Θουκυδίδης στο όγδοο βιβλίο της Ιστορίας του έγραψε ότι «οι Χίοι είναι μετά τους Λακεδαιμόνιους ο μόνος ευδαίμων και σώφρων λαός» Όταν όμως ο υπερήλικος Ρεβελής βγήκε από το σπίτι του μετά από την επιτυχή επέμβαση καταρράκτη και περπάτησε μέχρι την περιώνυμη Απλωταριά που η απόσταση είναι 5 λεπτά καυχιέται στην μαρτυρία του: «Έκαμα να φτάσω τρία τέταρτα της ώρας από τα σταματήματα, φιλήματα, γλυκορωτήματα και το ενδιαφέρον των αγαπητών μου Χίων, πράμα που με συγκίνησε και με συγκινεί πολύ βαθιά και ως σήμερα ακόμα.»

Γιος φτωχού Σουλιώτη οπλαρχηγού, από πολύτεκνη οικογένεια, σπούδασε με βασιλική υποτροφία λόγω της έφεσής του στα γράμματα, νευρώδης και κυκλοθυμικός νέος-η μάνα του το απέδιδε ότι «πιάστηκε στο Γαλαξίδι, για αυτό ήταν άλλοτε γάλα κι άλλοτε ξύδι», επιμελής σπουδαστής ευρωπαϊκών γλωσσών και μουσικής με ιδιωτικά μαθήματα που τα πλήρωνε από το φτωχό βαλάντιό του ως βοηθός λογιστή, φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, φτάνει στη Μυροβόλο Χίο διορισμένος δάσκαλος λίγο μετά τον φονικό μεγάλο σεισμό που ρήμαξε το νησί , ακόμα υπό οθωμανικό ζυγό.  Μέχρι τότε, στα 25 του χρόνια έχει προλάβει να γίνει, χάρη στις γερές φιλολογικές σπουδές, επιθεωρητής όλων των δημοδιδασκάλων Αττικοβοιωτίας αλλά και τυχοδιώκτης μετανάστης στην Λιβύη όπου εργάστηκε ως γραμματέας Έλληνα εμπόρου ο οποίος αιφνίδια έχασε όλη του την περιουσία από πυρκαγιά. Έπεται η επιστροφή του Ρεβελή με ατμόπλοιο και η επιλογή του ως σχολάρχη της Χίου από τους δημογέροντες του νησιού.

   Έως τότε ο Δάσκαλος έχει προλάβει να γευτεί τις χαρές που επιδαψιλεύει η κυνηγεσία. Αλλά και να επισημάνει τα όριά της προκειμένου για τον ελληνικό κώδικα κυνηγετικών αξιών που αντιδιαστέλλει προς τον Ρωμέϊκο, μια διάκριση που αργότερα έκανε και ο Πάτρικ Λη Φέρμορ στο ταξιδιωτικό βιβλίο «Ρούμελη» και επηρέασε πλείστους κοινωνικούς ανθρωπολόγους. Γράφει για ένα κυνήγι στην Τρίπολη της Λιβύης: «Με την συντροφιά, που ήταν οι μισοί δικοί μας και οι άλλοι μισοί Ευρωπαίοι, εβγήκαμε να κυνηγήσουμε. Στον δρόμο, που πηγαίναμε, έμαθα ότι οι Άραβες δεν τα κυνηγούν τα πουλιά, πρώτα γιατί δεν έχουν τα κατάλληλα ντουφέκια, και ελάχιστα που έχουν ήταν ακόμα με τσακμάκι, και έπειτα γιατί κοστίζει η ριξιά και αυτοί, οι περισσότεροι είναι πάμπτωχοι. Μόνον κατά τον Σεπτέμβριο, που γυρίζουν από το ταξίδι τους τα ορτύκια, πηγαίνουν στην παραλία και περιμένουν που ‘ρχονται τα δυστυχισμένα αποκαμωμένα και τα πιάνουν ζωντανά. Έμαθα ακόμα ότι τον τσαλαπετεινό τον θεωρούν ιερό πουλί και το σκότωμά του το έχουν για αμάρτημα (χραμ) γιατί πηγαίνει και καθίζει στους τάφους των πεθαμένων και τρώει, ως φαίνεται, σκουλήκια.»

«Εφτάσαμε μέσα στις χουρμαδιές και είχε πια φέξει καλά, όταν ένα τρυγόνι πέταξε κι εγώ ετοιμάστηκα αμέσως να το χτυπήσω.

«-Τι κάνετε, μου λέει ο διπλανός μου Ρωμιός! Έχετε υπομονή και θα βαρεθείτε να σκοτώνετε. Από αυτά τα πουλιά εδώ έχει άπειρα και είναι τόσο άφοβα γιατί δεν τα κυνηγούν, που καθίζουν στις χουρμαδιές και σε βλέπουν και έτσι δεν χάνεις ριξιά!»

«-Μα αυτό, του είπα, είναι δολοφονία»

«-Ίσως να είναι, μου είπε, αλλά, καθώς θα δείτε, όλοι μας σε λίγη ώρα θα γεμίσουμε τα σακίδια μας» Και πράγματι, δεν άργησα να το ιδώ αυτό. Τα τρυγόνια πετούσαν από χουρμαδιά σε χουρμαδιά και σ’ έβλεπαν που τα σημάδευες, αλλά δεν έφευγαν, κι έτσι έπρεπε να είναι κανείς τυφλός για να αποτύχει η ντουφεκιά του. Δεν πέρασαν δύο ώρες και τα σακίδια γέμισαν. Αλλά τι να σας πω, κυνήγι χωρίς κόπο και καθόλου περιπέτειες δεν έχει γούστο.

Τα πρώτα  κυνήγια τα έκανε ο δάσκαλος σε μια Αττική που μόλις άρχισε να δέχεται τα πρώτα κύματα της Νεωτερικότητας. Για τον δικηγόρο Γ. Οικονομίδη η μετεπαναστατική Ελλάδα ήταν αγκυροβολημένη σε προνεωτερικές, «μεσαιωνικές» όπως ονομάζει, αξίες όπου η συμμετοχή στην κυνηγετική κοινότητα σήμαινε την ένταξη σε μια αδελφότητα. « Ο περιοδεύων κυνηγός ήταν βέβαιος ότι θα έβρισκε οπουδήποτε κι αν μετέβαινε φιλόξενη στέγη η οποία περιλάμβανε μια θέση στο τραπέζι του δείπνου, μια γωνιά δίπλα στο τζάκι και ζεστό κρεβάτι για να αναπαύσει τα κουρασμένα από την πορεία μέλη. Όλα αυτά όχι μόνο προσφέρονταν δωρεάν αλλά ο πάροχος της φιλοξενίας θεωρούσε τον εαυτό του ευτυχή υποδεχόμενος τον «αδελφόν εν θήρα».»

«Σήμερα- ελεεινολογούσε ο πολυταξιδεμένος Σμυρνιός- άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Ο πολιτισμός πολλαπλασίασε τις ανάγκες και μετέβαλε  την απλότητα των ηθών μαζί με την αφιλοκέρδεια. Στην Ευρώπη πια βρίσκει κανείς τα πάντα επί πληρωμή και συνήθως πανάκριβα. Όμως στην Ελληνική περιφέρεια, οι χωρικοί και μάλιστα οι βουνήσιοι, διακρίνονται ακόμη για την ειλικρινή φιλοξενία τους και θεωρούν ως προσβολή αν κάποιος κυνηγός ζητούσε να πληρώσει με χρήματα» Αυτήν την συνθήκη περιγράφει και ο Ρεβελής στα απομνημονεύματά του, αποκαλύπτοντας όμως την ιδιοτελή φύση της στα Βαλκάνια όπου «πίσω έχει η αχλάδα την ουρά»:

«Είχα μεγάλη αγάπη στο κυνήγι, στο οποίον όμως, όπως και στην ξιφομαχία, δεν ήμουν ποτέ από τους πρώτους, γιατί δεν είχα εκ φύσεως πολύ δυνατά μάτια, πράμα που, εκτός της άλλης ευκινισίας, που την είχα, χρειάζεται απαραίτητα και στα δύο αυτά.

  Μια μέρα, στο τέλος του Αυγούστου, βρέθηκα κυνηγώντας μαζί με τρεις άλλους φίλους μου, κοντά στο μικρό χωριό Κουκουβάουνες, όπου και μας έπιασε μια δυνατή βροχή και αναγκασθήκαμε να καταφύγουμε σε ένα εκεί σπιτάκι, που είχε ένα μόνο δωμάτιο και απ΄ αυτό πάλι ήταν πιασμένο το ένα περίπου τέταρτό του μ’ ένα σεντόνι σαν παραβάν απ΄ τη λεχώνα, που είχε γεννήσει την προηγούμενη μέρα. Ο νοικοκύρης του σπιτιού αυτού, ένας πολύ καλός αλλά πάμπτωχος άνθρωπος, που τον λέγανε Φώτη, μας επεριποιήθηκε όσο μπορούσε περισσότερο και επειδή η βροχή εξακολουθούσε και το ταβάνι άρχισε να στάζει, έφερε όσα δοχεία είχε διαφόρων ειδών, μεγεθών, σχημάτων και ποικίλης ύλης. Όλοι μαζί οι ήχοι ενωμένοι αποτελούσαν μια κωμική αρμονία, εξαίρετη και ωραία. Εμείς προσπαθούσαμε να βρίσκουμε τους αρμονικούς τόνους της τετραφωνίας, παίρνοντας για βάση τον πρώτο της σταλαγματιάς τόνο (ντο, μι, σολ, ντο ή ρε, φα, λα, ρε)και τα γέλια μας ήταν άφθαστα.

   Είχε σουρουπώσει και η βροχή δεν έπαυε. Τότε εδώκαμε μερικά χρήματα στον καλό Φώτη και μας έκαμε η μάνα του ένα θαυμάσιο πιλάφι με τα δέκα ορτύκια που είχαμε σκοτώσει οι τρεις μας και δύο, που κρυφά αγόρασε από έναν συστηματικό κυνηγό ο Σταυρόπουλος, που ήταν αρχάριος κυνηγός και δεν μπορούσε ακόμα να χτυπήσει στα πεταχτά και προσπάθαγε να μας τα περάσει πως τα χτύπησε αυτός. Με αυτό λοιπόν το πιλάφι και μια εξαίρετη σαλάτα από ντομάτες, πιπεριές, αγγούρι, αντράκλα και τσίρους και κεχριμπάρι ρετσίνα εφάγαμε όπως λένε οι Ιταλοί «ντα Μαρκέζε και ντα Πριντσιπε». Έπειτα ο λαμπρός αυτός Φώτης, αφού πια είχε πάψει η βροχή, έφερε ό,τι είχε και δεν είχε και έστρωσε να κοιμηθούμε όλοι στη γραμμή, σαν σαρδέλες. Εμείς τότε, που δεμ είμαστε συνηθισμένοι να κοιμώμαστε τόσο νωρίς, αφού ρωτήσαμε μέσω του Φώτη την λεχώνα μήπως την πειράζουν τα τραγούδια και στην απάντησή της ότι τα θεωρούν μεγάλο γούρι αρχίσαμε τα τραγούδια μας, που άναψε το πελεκούδι.

  Το πρωί τέλος βλέπουμε τον Φώτη, πριν να ξεκινήσουμε για το κυνήγι μας, να μας φέρνει μέσα σε δύο μεγάλα πιάτα γλυκίσματα, κουφέτα, ούζο και λικέρ. Γνωρίζοντας την φτώχεια του ανθρώπου και βλέποντας αυτήν την πολυτέλεια απορήσαμε και εξηγήσαμε το πράμα έτσι, ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φιλότιμος και τα χρήματα που του δώκαμε για να μας μαγειρέψουν και που ήσαν πολύ περισσότερα από ό,τι εχρειάζοντο τα έδωκε όλα και πήρε αυτά για να μας ευχαριστήσει. Και όταν φιλικά τον μαλώσαμε μας είπε «μα σήμερα είναι η Τρίτη μέρα και θα ‘ρθουν οι Μοίρες να το μυρώσουν και γι΄ αυτό τ’ αγόρασα.»

Αφού του ευχηθήκαμε να ζήσει και να ευτυχήσει η μικρή, του προσθέσαμε, έχοντας συνεννοηθεί στα Γαλλικά, ότι μια που βρεθήκαμε στην καλή αυτή ώρα, εμείς θα βαπτίσουμε την μικρή. Αυτό τον κατευχαρίστησε και μας είπε αμέσως: «Ήθελα εγώ να σας το πω μα δεν ετολμούσα.» Του εδώκαμε τέλος την διεύθυνσή μας στην Αθήνα και μετά δύο περίπου μήνες ήλθε και μας βρήκε και επειδή, ένεκα των εργασιών μας, δεν μας ήταν εύκολο να πάμε, του εδώκαμε 160 δραχμές (τις 100 της είχε δώσει ο πλουσιότερός μας Γκίμος) και το εβάπτισε με το όνομα που του είπαμε εμείς, Άρτεμις, το όνομα δηλαδή της Θεάς του κυνηγιού, για να μας θυμίζει το κυνήγι μας στις Κουκουβάουνες.»

Ο Δάσκαλος Γ. Ρεβελής αναμορφώνει εκ βάθρων το εκπαιδευτικό σύστημα στη Χίο. Το παιδαγωγικό του έργο είναι πελώριο και πολυσχιδές. Διδάσκει και ασκεί πρακτικά όλους τους δασκάλους και τις δασκάλες του νησιού, επιθεωρεί και εποπτεύει όλα τα σχολεία, διδάσκει στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο, στο Γυμνάσιο και την Εμπορική Σχολή, η γνώμη του έχει κύρος απεριόριστο, «η δε σύνηθης έκφραση των εφόρων προς διόρθωση παντός του σχολικού ήταν να βάλωμεν τον Ρεβελή να το διδάξει». Σήμερα, για ένα μάχιμο δάσκαλο μικρών παιδιών όπως ο γράφων ο Ρεβελής είναι μια εξωτική μορφή, είναι εξωπραγματικό το πώς δεν καταβάλλεται σωματικά, πως, ενώ έχει την φροντίδα της οικογένειάς του με 6 παιδιά και δασκαλεύει 6 ώρες την ημέρα ζητάει από την Δημογεροντία να μπει στο σχολικό πρόγραμμα του νησιού για πρώτη φορά το μάθημα της γυμναστικής. Μπροστά στην οικονομική αδυναμία της σχολικής εφορίας να βρει καθηγητή φυσικής αγωγής προτείνει να τη διδάσκει ο ίδιος αφιλοκερδώς. Η μεγάλη μορφή του Ελληνισμού, πρώτος γυμνασιάρχης της Χίου, ο Γεώργιος Ζολώτας τον επιτιμά: «-Γιώργη, είναι τέλειο αλλά θα σου φέρει υπερκόπωση»

«-Δεν φοβούμαι καθόλου, του είπα, διότι από πολύ μικρός ήμουν έκδοτος στη Γυμναστική, απ΄ τον καιρό ακόμα του γέρου Παγώνη με τις άσπρες φαβορίτες του και που ήταν διευθυντής του πρώτου και μόνου γυμναστηρίου, και κατόπιν επί Φωκιανού ήμουν από τους καλύτερους μαθητές του στα μονόζυγα στους αλτήρες και στα δίζυγα, γνωρίζω δε άριστα και όλες τις πολεμικές ασκήσεις…»

«Ο Γυμνασιάρχης επείσθη και η δουλειά άρχισε. Και όταν στο τέλος του χρόνου έγινε η εξέταση του μαθήματος ενώπιον όλων των αρχών (όχι όμως και των Τούρκικων) και πλήθους κόσμου η χαρά, η κατάπληξη και ο θαυμασμός όλων από την πειθαρχία, την τάξη και το παράστημα των μαθητών, από τις κινήσεις, βηματισμούς, ανασχηματισμούς, την δισκοβολία, σφαιροβολία, ακοντισμό, άλματα, αναρριχήσεις ήταν τεράστιος. Χειροκροτούσαν και επευφημούσαν όλοι ανεξαιρέτως…»

Ήταν ο καλύτερος τρόπος να ρεφάρουν οι Έλληνες, να αντιμετωπίσουν την εθνική κατάθλιψη από την πτώχευση και τον «ατυχή» πόλεμο, να προετοιμαστούν για τον αυριανό αγώνα της ανασυγκρότησης, να εργαστούν συστηματικά για την προγονική αξία που συνιστά «η επιμέλεια εαυτού»

Ομόλογος είναι και ο τρόπος να συνεγείρει τους Έλληνες κυνηγούς για την μπεκάτσα ο Γ. Οικονομίδης. Τα παραγγέλματα, ο επιτακτικός τόνος, το κάλεσμα για αυτοκυριαρχία και κατανίκηση της ραθυμίας είναι κοινό και θυμίζει τα σαλπίσματα λίγα χρόνια μετά, στους νικηφόρους βαλκανικούς πολέμους:

«Εγέρθητι! Ξύπνα! Έφτασε η ώρα της αναχώρησης! Μη τεμπελιάζεις! Σε βλέπω διστακτικό. Αισθάνεσαι το δριμύ ψύχος και προτιμώντας τη θέρμη του στρώματος σκέφτεσαι ότι καλύτερα είναι να μείνεις εκεί που βρίσκεσαι παρά να εκτεθείς στους παγερούς του βοριά εναγκαλισμούς. Φαίνεται ότι ίσως δεν άναψε μέσα σου το ιερό πυρ της θήρας ή έχεις γίνει τόσο μαλθακός ώστε και μόνο η ιδέα του κρύου σε φοβίζει και όμως, αν βγεις για κυνήγι, η κίνηση, η ανάβαση και κατάβαση των ορέων θα προάγει τη γρήγορη κυκλοφορία του αίματος θα θερμάνει τελικά όλο το σώμα και δεν θα σε αφήσει να αισθανθείς ότι βρίσκεσαι στο καταχείμωνο. Αντιθέτως, αν μείνεις μέσα στην πόλη θα αισθανθείς το ψύχος υπερβολικό και δριμύ. Για να μη σε καταβάλλει λοιπόν η παγωνιά πήδησε αμέσως χωρίς χρονοτριβή εκτός κρεβατιού και νίψε το πρόσωπό σου με κρύο νερό. Όταν αυτή η πράξη επιτευχθεί θα νιώσεις πολύ καλύτερα επειδή κατάφερες να κατανικήσεις τη νωχέλεια και τη δειλία σου. Ήδη, αφότου ο ήλιος ανέτειλε μπορείς να αρχίσεις το κυνήγι της μπεκάτσας διότι πριν ανατείλει και θερμάνει με τις ακτίνες του την ατμόσφαιρα η ώρα είναι ακατάλληλη για τον λόγο ότι η μεν όσφρηση του κυνηγόσκυλου δυσκολεύεται να αντιληφθεί και να διακρίνει την οσμή της μπεκάτσας καθώς το παγωμένο έδαφος δεν την διατηρεί η δε μπεκάτσα πολύ δύσκολα αποφασίζει να απογειωθεί.»

 

 Και κοντά σε αυτά τα γραψίματα,  τις εργώδεις ασχολίες και τα οικογενειακά βάρη, μαζί και ταυτοχρόνως, όπως θα έλεγε κι ο Δ. Σαββόπουλος  το κυνήγι! Είναι απίστευτο σήμερα όλο αυτό το ξόδεμα, η σωματική ανάλωση. Και όμως συνέχισε ο Ρεβελής να κυνηγά φανατικά ενώ χρησιμοποιούσε, όπως γράφει «μέχρι εξαντλήσεως πολλάκις, όλες τις πνευματικές και σωματικές δυνάμεις για την πραγματική παίδευση των τέκνων της μητρός μας Ελλάδος». Πώς όμως εγγράφεται το κυνήγι στην ενεργητική κατασκευή της αυτοβιογραφίας τους;

 

Ο δάσκαλος Ρεβελής θεωρούσε την καλλιέργεια της ορθόδοξης θήρας στη Χίο ως ένα μέσο όχι τόσο επιβίωσης όσο ανάδειξης και χαλύβδωσης ορισμένων ψυχικών, πνευματικών και σωματικών ικανοτήτων.  Ο πατέρας του, ένας Σουλιώτης κλέφτης, με αρκετά πολεμικά τραύματα στο γηραιό του σώμα μετάλαβε στον γιο την εννοιολόγηση που σε όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας το ελληνικό κυνήγι διέθετε: αναφαίρετο δικαίωμα ως σύμβολο ελευθερίας, τελικά, όπως μνημονεύει στον περίφημο Εξάντα του ο Β. Καμπόλης, μια δοκιμασία για την ανάδειξη ηγετών. Η φιλοσοφία που πρέσβευε και ο Δάσκαλος Ρεβελής και ο Δικηγόρος Οικονομίδης ανέπτυσσε έμφυλα τους δεσμούς φιλίας ανάμεσα σε ανθρώπους ανόμοιας καταγωγής, ανόμοιων εκπαιδευτικών ευκαιριών. Ήταν μια εμπεριεκτική φιλοσοφική πρόταση που δεν απέκλειε αλλά διέθετε πολιτικές ένταξης όλων των ελλήνων που αξιολογούσαν ως υπέρτατη υπευθυνότητα του  πολίτη να φέρει όπλο και να το χρησιμοποιεί σύμφωνα με το Σύνταγμα και νόμους που έχει θεσμίσει η πολιτική κοινότητα, στην περίπτωσή μας η Ελληνική Δημοκρατία. Κοιτάξτε μόνο σε πόσες διαφορετικές κοινωνικές τάξεις ανήκει η δεκαμελής συντροφιά κυνηγών στο δρόμο για το κυνήγι. Πάνε στη Νοτιότατη εσχατιά της Χίου, στα θρυλικά ακόμη και σήμερα Δότια, ένα από τα καλύτερα μεταναστευτικά περάσματα στο Αιγαίο. Είναι όλοι τους αυτοδημιούργητοι, Έλληνες που δεν διαθέτουν φυσικά δημόσια αξιώματα, πως θα μπορούσαν άλλωστε στην Οθωμανική Τουρκία. έξυπνοι αστοί, ας μη έχουμε αυταπάτες! Ο αρχηγός της παρέας των κυνηγών είναι ο Σταύρος Μαρκόπουλος, εμποροράφτης με μεγαλοπρεπές εξωτερικό παρουσιαστικό που επιθυμούσε να συναναστρέφεται πάντοτε με λογίους και διανοουμένους. Δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό σχολείο αλλά λάτρευε να διαβάζει ελληνικές εφημερίδες. Συχνά «ελληνικούριζε», έπεφτε δηλαδή σε διασκεδαστικά γλωσσικά σφάλματα προσπαθώντας να χρησιμοποιεί καθαρεύουσα, την παρέα συμπληρώνουν οι Αλέξανδρος Βοτζάνης, γαλλοσπουδαγμένος  δικηγόρος, ο Πέτρος Τσιτέλλης, διευθυντής του ταχυδρομείου, φραγκολεβαντίνος, ο Παν. Αναγνωστόπουλος, γιατρός από την Φθιώτιδα παντρεμένος με Χιώτισσα, κόρη εμπόρου, ο Γ. Κουφοπαντελής, λογιστής στον εμπορικό οίκο Ν. Μιχάλου, ο Ν. Κουβελάς, καπνέμπορος, ο Μικέλος Κουφοπαντελής, διευθυντής της Χιακής βιβλιοθήκης Κοραή. Ας αφήσουμε όμως την  πένα του Βερελή να αφηγηθεί το κυνηγετικό στιγμιότυπο . Πρόκειται για κείμενο ευφρόσυνο, που συνεγείρει, είναι η κατασκευή μιας κατά Anderson φαντασιακής κοινότητας, μιας φιλαλληλίας που κατασκευάζει ενεργητικά Έλληνες πολίτες: «Πολλές φορές η συντροφιά μας έκανε και κυνηγετικές εκδρομές σε πολλά μέρη της Χίου και προπαντός τον Αύγουστο στα Δότια, που είναι πέρασμα των ορτυκιών και των τρυγονιών και όπου εμέναμε υπό σκηνήν ολόκληρη εβδομάδα κυνηγώντας και κυρίως μην αφήνοντας το πνεύμα μας να ασχοληθεί με κανένα σοβαρό πράγμα-τέλεια αποκτήνωσις-όπως είχαμε γραμμένα με μεγάλα γράμματα στην είσοδο της σκηνής. Είχαμε δε φέρει από τη χώρα όλα τα χρειώδη για την μαγειρική και εν γένει όσα χρειάζονται για ένα καλό τραπέζι.

  Η πεδιάδα στα Δότια είναι κοντά στο Πυργί και την Καλαμωτή. Έχει διάταξη κλιμακωτή και γι’  αυτό πολλές φορές γίνονται δυστυχήματα, διότι ενώ σύ, μη βλέποντας κανένα, πυροβολείς κατά του πουλιού, ξαφνικά προβάλλει ένας, που δεν τον είχες δει, απ’ το απέναντι μέρος. Οι Πυργούσοι είναι θαυμάσιοι κυνηγοί. Κάνουν παγανιές λεγόμενες, βαδίζουν δηλαδή σε μια γραμμή τρεις τέσσερεις και σε απόσταση 70-80 βημάτων ο ένας από τον άλλον και με κάτι βέργες που κρατούν και προπάντων με κάποια δικά τους σφυρίγματα που ξέρουν μόνο αυτοί και κάνουν βγάζουν τα ορτύκια τα οποία ουδέποτε τους διαφεύγουν. Το φαγητό μας αποτελούνταν κυρίως από ορτύκια και τρυγόνια τα οποία ή εσκοτώναμε εμείς οι ίδιοι ή και κρυφά αγόραζαν αρκετοί από συστηματικούς Πυργούσους κυνηγούς και τα περνούσαν πως τα σκότωσαν αυτοί (με ασημένια σκάγια, όπως λέγαμε) Αμ αφήναν οι διαβόλοι κανέναν ν’ αγιάσει; Άμα έφερνες τρυγόνια ή ορτύκια-ήξεραν καλά πόση ήταν η κυνηγετική τέχνη του καθενός- έτρεχαν και τα έψαχναν, όπου και εύρισκαν ότι είχαν σκοτωθεί με ασημένια σκάγια ή ρωτούσαν τα σκοτωμένα πουλιά με τι σκοτώθηκαν και κάποιος απαντούσε με ήχο τρυγονικό ή ορτυκικό, κωμικά λυπητερό, «μ’ ασημένια» και τα γέλια έπαιρναν και έδιναν. Το κυνήγι μας άρχιζε πρωί πρωί και ως τις 10 το πολύ τελείωνε. Όλη δε η άλλη μέρα ήταν αφιερωμένη σε πάσης φύσεως διασκέδαση και όπου επρωτοστατούσε ο Πέτρος με το φλάουτό του όπως και η κιθάρα του Ριβελλή. Το εσπέρας δε μέσα στη σκηνή, που κοιμώμεθα φύρδην μίγδην όλοι, το τι γινόταν δεν περιγράφεται! Πρώτα, κανείς μας δεν ήξερε καλά καλά ποια ήταν τα πόδια του κι έπρεπε κάποιος με μια βέργα να χτυπήσει για να μπορέσεις να ξεμπλέξεις και να βρεις τα πόδια σου. Έπειτα καθένας προσπαθούσε να βρει και κάτι ευφυές και να γελάσουμε. Κατόπιν άρχισαν οι κρίσεις και τα διάφορα τεχνολογήματα που τις περισσότερες φορές περνούσαν τα μεσάνυχτα και που να κλείσει κανείς μάτι. Ο μακαρίτης Μακρόπουλος σηκώθηκε κάποτε, από κει που ήταν ξαπλωμένος και εξετάζοντας με χειρονομία που ποιούν Αστρονόμοι προς τα έξω της σκηνής είπε: «-Βρε παιδιά, να κοιμηθούμε πια γιατί βλέπω τον Αυγερινό να ξεπροβάλλει.» Και ο μακαρίτης Πέτρος Τσιτέλλης, που ήταν Ιταλός και δεν ήξερε ότι το άστρο λέγεται αυγερινός και νομίζοντας ότι ο Σταύρος έβλεπε έναν συγγενή του Χωρέμη που λεγόταν Αυγερινός, πετιέται πάνω και κάμνοντας την ίδια κίνηση είπε: «κι εγώ βρε παιδιά βλέπω παρακεί τον Χωρέμη με τις φαβορίτες του!» Τα γέλια ήταν ακράτητα και μάλιστα όταν εξηγείτο στον Πέτρο το πράγμα έμοιαζε με τέλεια Μολιερική κωμωδία. Σε κάθε εκδρομή γυρίζαμε όλοι σπίτι μας με καινούρια συκώτια.»

Η φαιδρότητα, ο αυτοσαρκασμός, το αίτημα μιας Αριστοτελικού τύπου φιλίας είναι αξίες ιδρυτικές του θηρευτικού συστήματος το οποίο υπάρχει στη χώρα μας. Το σύστημα αυτό είναι το περισσότερο φιλελεύθερο που υπάρχει στον Ευρωπαϊκό χώρο και από τα πιο προοδευτικά παγκοσμίως. Η μεγάλη διαφορά του Ελληνικού συστήματος από το Αγγλοσαξονικό είναι η παιδαγωγική του αισιοδοξία: Κυνηγός δε γεννιέσαι, γίνεσαι! Ο πιονέρος της ελληνικής κυνηγετικής αρθρογραφίας Οικονομίδης σε κάθε παράγραφο δεν παύει να υπογραμμίζει τη σημασία της εντατικής εξάσκησης που τελικά πρέπει να συνεχίζεται διά βίου. Kαι, σαν καλός δάσκαλος, σταδιοποιεί τη μάθηση της τέχνης, ιεραρχεί, βάζει προτεραιότητες:

«Κάποια ημέρα, πρωτόπειρος ακόμη αλλά θερμός θιασώτης του κυνηγιού, θήρευα στη Μπωμόν της Κεντρικής Γαλλίας,. Μπροστά μου φεύγει πέρδικα. Γεμάτος συγκίνηση ακαριαία επωμίζω και χωρίς καλά να στοχεύσω πυροβολώ-εννοείται μάταια. Αγανακτώντας για την αποτυχία μου εκκενώνω και την δεύτερη κάνη ενώ η πέρδικα είναι ήδη μακριά όταν, μπροστά στα πόδια μου σχεδόν, σηκώνονται εφτά πέρδικες. Ήταν οι μόνες τις οποίες εκείνη την μέρα πλησίασα. Αν είχα στο νου το παράγγελμα «μη βιάζεσαι», αν είχα την αναγκαία αταραξία, θα κατάφερνα να σκοπεύσω καλώς την πέρδικα, η οποία βεβαίως θα εφονεύετο και με την δεύτερη βολή θα φόνευα κι άλλη. Αλλά ζωηρός, νευρικός, άπειρος ακόμη, μόλις άκουσα, μόλις είδα την πέρδικα-και ήταν η πρώτη που έβλεπα- νόμιζα ότι έπρεπε ευθύς να την πυροβολήσω διότι αλλιώς θα διέφευγε και έπραξα ακριβώς το ενάντιον του πρέποντος.

  Όταν κάποιος καθίσει και συλλογιστεί ότι άμα διακρίνει καλά το πτερωτό θήραμα και την διεύθυνση της πορείας του, δεν χρειάζεται πολύς χρόνος, έχοντας προηγουμένως επωμίσει, για να το στοχεύσει με το στόχαστρο και ότι, κατά το διάστημα αυτό, ακόμη κι αν απομακρυνθεί το πουλί με όλη την ταχύτητά του δεν θα μπορέσει να διανύσει διάστημα μεγαλύτερο των πέντε βημάτων, τότε πιστεύω ότι ένας τέτοιος κυνηγός, διαθέτοντας το χάρισμα της υπομονής, θα στοχεύσει επιτυχώς, διότι έχει κατανοήσει πως δεν πρέπει να βασίζεται στην τύχη, η οποία πάρα πολύ σπάνια θα συμπαρασταθεί ακόμα και σε αυτούς τους κυνηγούς που ενεργούν με όλους τους κανόνες της τέχνης.

  Μη νομίζεις, φίλε αναγνώστη, ότι υπάρχει κυνηγός, όσο άριστος κι αν είναι, που δεν αστοχεί! Ω, πολλές φορές άκουσα να διηγούνται κάποιοι ότι εφόνευσαν τόσα πτηνά όσες βολές έρριψαν. Τούτο είναι απίθανο, εκτός μόνο αν έριξαν ελάχιστες βολές σε μικρή απόσταση και «στα καθαρά», αν και σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πολύ πιθανό πάλι να αστοχήσει κανείς διότι πλείστες άλλες αιτίες δύνανται να συντελέσουν στην αποτυχία: Mια ακτίνα του ήλιου, κακή στάση του σώματος την ώρα της βολής και τόσα άλλα μπορούν να ματαιώσουν την επιτυχία στη βολή. Άλλωστε, δεν φονεύονται όλα τα πουλιά πάντοτε, ακόμα κι αν λείψουν οι παραπάνω λόγοι της αποτυχίας διότι αν κάποιος έχει τη δυνατότητα να φονεύσει κάθε πέρδικα ή ορτύκι που σηκώθηκε δεν δύναται να έχει την ίδια πιθανότητα επιτυχίας απέναντι σε πτερωτά θηράματα που πετώντας εκτελούν ελιγμούς και στα οποία ακόμη και ικανότατοι κυνηγοί κάποτε αστοχούν.

  Σε κάθε περίπτωση, ποτέ να μην αδημονείς ούτε να ταράσσεσαι με την αποτυχία διότι τότε, με κλονισμένα νεύρα δεν θα έχεις την απαραίτητη αυτοκυριαρχία, δεν θα είσαι Κύριος εαυτού και  όλες οι βολές θα αποτυγχάνουν. Η σκέψη ότι αν μπορεί να απέτυχες σε αυτό το πουλί, μετά από λίγη ώρα θα φονεύσεις κάποιο άλλο θα σε ενδυναμώνει. Γνώριζε ότι είναι δυνατόν, εάν ρίξεις σε μεγάλη απόσταση, υπάρχει περίπτωση να αστοχήσεις ακόμα κι αν σκοπεύσεις άριστα διότι σε μεγάλη απόσταση τα σφαιρίδια διασκορπίζονται τόσο πολύ ώστε συχνά διέρχονται γύρω από το πτερωτό θήραμα χωρίς να το αγγίξουν οπότε τότε μπορείς να αναφωνήσεις όπως ο Βασιλεύς Φραγκίσκος: «Το παν απώλετο πλην της τιμής!»

Ένα σοβαρό αίτιο αστοχίας σε κάποιους είναι μια ασυνείδητη νευρική κίνηση του δάχτυλου ή του χεριού η οποία παρεκκλίνει το όπλο από την σκοπευτική γραμμή με αποτέλεσμα η σφαίρα να μην πηγαίνει στο κέντρο . Για να πειστείς για την συγκεκριμένη αιτία πρέπει να ρίξεις με μονόβολο φυσίγγι σε σημείο που απέχει δώδεκα μέτρα. Εάν τυχόν δεν βρίσκεις το κέντρο, τότε πρέπει να θεραπεύσεις τη νευρική αυτή κίνηση γυμναζόμενος με υπομονή και προσπάθεια.

  Αφού εμπεδώσεις την βασική θεωρία της σκόπευσης σε στόχο πρέπει να ασκηθείς και στη στόχευση σε πτερωτό θήραμα και συνήθως αρχίζεις φονεύοντας τα δυστυχή μικρά πουλιά τα οποία με υπερβολική αφέλεια κάθονται σε κάποιο κλαδί αναμένοντας να ευαρεστηθείς να τους αφαιρέσεις τη ζωή. Αφού διαπιστώσεις με βεβαιότητα ότι μπορείς να τα φονεύσεις καθήμενα, αρχίζεις να τα σκοπεύεις καθώς πετάνε. Άρχισε με τους κορυδαλλούς. Μόνο η συνήθεια θα φέρει την επιτυχία! Όταν δεις τον κορυδαλλό να κάθεται τον πλησιάζεις και μόλις ανίπταται σκοπεύεις και τον πυροβολείς. Όταν πια αποκτήσεις την ικανότητα να φονεύεις κορυδαλλούς όταν πετάνε, δύνασαι με αυτοπεποίθηση να εξέλθεις για θήρα περδίκων και άλλων θηραμάτων οπότε θα παύσεις πλέον να φονεύεις μικρά πτηνά, τα οποία είναι οι ευεργέτες του ανθρώπου, καθότι καθαρίζουν τη γη, τα δέντρα, τον αέρα από μυριάδες ζωύφια και έντομα επιβλαβή για την γεωργία και την ησυχία μας.

Στο κυνήγι όμως αυτό, του μεγάλου πτερωτού θηράματος, εκτός από τους παραπάνω κανόνες χρειάζονται και αρκετά άλλα προσόντα για την επιτυχία: ψυχραιμία, κρίση, επιδεξιότητα.

Ψυχραιμία. Άνθρωπος νευρικός, ευερέθιστος, δύσκολα δύναται να καταστεί καλός κυνηγός, διότι εύκολα συγκινείται, τρέμει. Ενεργεί πριν ο νους τον οδηγήσει επί του πρακτέου, επομένως κανέναν από τους κανόνες στόχευσης δεν ακολουθεί. Ένας τέτοιος κυνηγός πρέπει να καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για να αποκτήσει την αταραξία η οποία είναι απαραίτητο προσόν για την επιτυχή έκβαση της κυνηγετικής εκδρομής. Σε πολλούς αρχάριους, τέτοια συγκίνηση επέρχεται από τον κρότο που παράγουν τα φτερά πέρδικας που αιφνίδια απογειώνεται ώστε εν αγνοία τους το όπλο σχεδόν εκπυρσοκροτεί χωρίς καν να την στοχεύσουν. Όταν παύσουν να ταράσσονται, να συγκινούνται και να ενεργούν ασυλλόγιστα τότε αποκτούν το πρώτιστο και κύριο προσόν του καλού κυνηγού, την ψυχραιμία.

Η κρίση είναι επίσης απαραίτητη στον κυνηγό διότι οφείλει να διακρίνει την απόσταση που τον χωρίζει από το θήραμα, να αποφασίσει  το σημείο στο οποίο θα σκοπεύσει,  να επιλέξει την κατάλληλη στιγμή στην οποία θα πυροβολήσει.

Η επιδεξιότητα δεν είναι λιγότερο σημαντική διότι οφείλει ο κυνηγός να είναι ταχύς στην εκτέλεση της συνειδητοποιημένης ορθολογικής απόφασής του.

  Πολλές θεωρίες για την σκόπευση πτερωτού θηράματος έχουν γραφεί αλλά η πείρα όμως με δίδαξε ότι όταν κάποιος δεν βιάζεται αλλά σκοπεύει προσεκτικά πουλί το οποίο δεν βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση και πυροβολήσει την ίδια στιγμή που το καλύπτει με το στόχαστρο, το φονεύει πάντοτε. Εάν όμως το πτερωτό θήραμα διέρχεται από τα δεξιά στα αριστερά και το αντίθετο, σε μεγάλη απόσταση, με πολλή ταχύτητα, τότε πρέπει να στοχεύσεις κάποια δάχτυλα μπροστά. Η κρίση, σε κάθε περίπτωση, του κυνηγού θα τον οδηγήσει πότε και που θα ρίξει, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη το είδος και την πτήση του πτηνού καθώς και την δύναμη και την διεύθυνση του αέρα ο οποίος, αν είναι δυνατός, παρεκκλίνει αξιοσημείωτα την διεύθυνση των σφαιριδίων.

  Αν το φτερωτό θήραμα απογειώνεται και φεύγει μπροστά σου, άμα το δεις στην άκρη της προεκτεινόμενης νοητής γραμμής του στόχαστρου, πυροβόλησε. Εξίσου σημαντικό σε αυτή την περίπτωση, να στοχεύεις την ράχη παρά την κοιλιά του διότι κάθε πουλί που απογειώνεται τείνει να ανυψωθεί και έτσι θα βρεθεί στο κέντρο των σφαιριδίων [σκαγιών].

Γενικά, άμα η σκοπευτική ακτίνα του στόχαστρου ευθυγραμμιστεί μεταξύ του ματιού και του σημείου στο οποίο θα ρίξεις πρέπει ευθύς ακαριαία να πιέσεις την σκανδάλη ώστε να μην παρέλθει ούτε δέκατο του δευτερολέπτου. Εάν μάταια πυροβόλησες δύνασαι να πυροβολήσεις και με την δεύτερη κάννη, εάν θεωρείς ότι ακόμα διαθέτεις μια μικρή πιθανότητα. Όμως εάν μπροστά στα πόδια σου απογειωθεί πέρδικα μη κενώσεις και την δεύτερη ντουφεκιά εκτός αν βρίσκεται εντός βεβαίου βεληνεκούς γιατί καθόλου παράδοξο να σηκωθούν κι άλλες και να βρεθείς έχοντας στα χέρια σου ένα άδειο από σφαίρες όπλο.

Εάν όμως βρεθεί μέσα στα εκατομμύρια κυνηγούς ένας τόσο δαιμόνιος, τόσο έξοχος, ώστε ποτέ να μην αστοχεί αλλά πάντοτε να καταρρίπτει, χωρίς καμιά εξαίρεση, όλα τα πουλιά που πυροβολεί τότε θα καταλήξει να έχει ως μόνη αμοιβή την απέραντη βαρεμάρα. Προς απόδειξη του ισχυρισμού θα αναφέρω την παρακάτω μικρή διήγηση την οποία βρήκα στα «Κυνηγετικά απομνημονεύματα» του Λ. Βιαρδώ:

  «Ο Σερ Ροβέρτος Πηλ, εξίσου καλός κυνηγός όσο και έξοχος καθηγητής Οικονομολόγος αφιέρωνε όλο τον ελεύθερο χρόνο που περίσσευε από τις κρατικές υποθέσεις στο λατρεμένο του κυνήγι. Κάποιο πρωινό, ενώ κυνηγούσε με πολυπληθή συνοδεία στον Ιρλανδικό Βορρά, ο εφημέριος της Καθολικής συνοικίας, χάριν διασκέδασης, αναμίχθηκε με τους «εξελατήρες» που είναι οι άνδρες οι οποίοι έχουν στόχο να διώχνουν πάντα εμπρός το θήραμα κλείνοντας από τα δεξιά κι αριστερά την γραμμή των κυνηγών [σ.σ:στο κλασσικό εγγλέζικο κυνήγι που διεξήγαγε η Αριστοκρατία] Kατά την ώρα του luncheon(υπαίθριο πρόγευμα) ο υπουργός της Αγγλίας βλέποντας τον λειτουργό της θρησκείας που κρατούσε μια απλή ράβδο, τον ρώτησε αν έχει κυνηγήσει ποτέ στη ζωή του. « -Συμβαίνει το αντίθετο!» απάντησε ο ιερωμένος. «Κυνήγησα πολύ αλλά απώλεσα πλέον την κυνηγετική διάθεση… «-Νόμιζα ότι ο έρωτας για το κυνήγι διαρκεί πάντοτε. Από πότε δεν κυνηγάτε;» τον ρώτησε με περιέργεια ο Σερ. «-Αφότου ουδέποτε αστοχώ.»

  Στην απάντηση αυτή ο Σερ  Ροβέρτος Πηλ χαμογέλασε ειρωνικά σα να έλεγε «Βλέπω ότι υπάρχουν Γάσκωνες και σε αυτήν ακόμη την κομητεία του Τυρόνου» [σ.σ: Οι Άγγλοι θεωρούσαν την συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα Γάλλων ως κατεργαραίους, επιρρεπείς στην φαντασιοπληξία]. Ο εφημέριος κατάλαβε. «-Αμφιβάλετε, είπε, και νομίζετε ότι ψεύδομαι. Μου επιτρέπετε την απόδειξη;»

 Ευθύς αμέσως παίρνει ένα από τα δίκαννα του Σερ, βαδίζει στο πλάι του, πυροβολεί δωδεκάκις και φονεύει ισάριθμα πτηνά, παραδίδοντας κατόπιν στον Σερ το φονικό όπλο: «-Βλέπετε ότι την αλήθεια είπα. Αφότου ποτέ δεν αστοχώ, δεν αγαπώ πλέον το κυνήγι.»

Δεν είχε άδικο. Γιατί είναι η συγκίνηση που καθιστά απολαυστικό το κυνήγι. Άμα κάποιος είναι βεβαιότατος για την επιτυχία δεν θα συγκινείται πλέον και επομένως χάνει την τέρψη που του προκαλεί η θήρα. Πράγματι, για τον παραπάνω έξοχο κυνηγό μας το να κυνηγά είναι ταυτόσημο με το να πυροβολεί όρνιθες στο κοτέτσι.»

Ο πατέρας της Ελληνικής Κυνηγετικής αρθρογραφίας δεν παρέλειπε να καυτηριάζει πολλά κακώς κείμενα στην Ελληνική εκδοχή της κυνηγεσίας. Όμως η αυστηρότητα του εξαντλούνταν προς όσους είχαν επιλεγεί να έχουν κρατικά αξιώματα και ενώ έπρεπε να δίνουν το παράδειγμα στους φτωχότερους και ασθενέστερους, επέλεγαν να είναι λαθροθήρες. Για τους τελευταίους δεν διέθετε επιείκεια:

 

«Να είσαι πάντα εφοδιασμένος με την άδεια κυνηγιού την οποία να διαφυλάττεις σε μια στεγνή τσέπη του σακιδίου. Μην ζηλεύεις κάποιους που θεωρούν ότι διαπράττουν ανδραγάθημα κυνηγώντας χωρίς την άδεια.  Το παράδειγμα του σεβασμού προς τους νόμους πρέπει να δίνουν ειδικά εκείνοι οι οποίοι υπερέχουν από τους πολλούς είτε λόγω υψηλότερης νοημοσύνης είτε λόγω υπεύθυνης κοινωνικής θέσης και οι οποίοι δεν πρέπει να λησμονούν το ρητό «ουδένα φοβάται ο τον νόμον φοβούμενος»

 Οι πιονέροι συγγραφείς για το ελληνικό κυνήγι ήδη από τον 19ο αιώνα διέκριναν κοντά στα θετικά και αρκετά μειονεκτήματα που διαθέτει το φιλελεύθερο Ελληνικό σύστημα κυνηγιού. Ο αείμνηστος Δόκτωρ Στυλιανός Μπασουράκος, πατέρας της ελληνικής κυνολογίας, δεν έπαυε σε όλη τη δεκαετία του ’60 να εξηγεί ότι τα αίτια της μείωσης των θηραμάτων είναι κυρίως η υπερθήρευση και η λαθροθήρα σε συνδυασμό με την καταστροφή των ενδιαιτημάτων. Ο δάσκαλος Ρεβελής, έχοντας επιλέξει να ζήσει στη Χίο, έναν μεσογειακό οικοθώκο που μοιραζόταν μέχρι πρόσφατα μαζί με την Κύπρο τον τίτλο των θανατηφόρων για την μικρή ορνιθοπανίδα νήσων εξαιτίας της άσβεστης μανίας για ξόβεργα και άρες γνώριζε το πρόβλημα. Αλλά συνειδητά επιλέγει ως ξένος μέτοικος τον δρόμο της σάτιρας. Εκδίδει ένα σατυρικό και έμμετρο φύλλο, α λα Σουρή, μια εφημερίδα με τον τίτλο «Γλωσσοκοπάνα- Χιακή, μια πατσαβούρα παστρική». Οι φαντασιοκόποι κυνηγοί, ειδικά οι Σμυρνιοί παρελαύνουν από τις σελίδες του φύλλου. Αλλά φαίνεται πως οι Χιώτες ήταν εξίσου μυθομανείς-και ανεκτικοί στην υπερθήρευση όπως φαίνεται και από την ευτράπελη ιστορία: «Στην παρέα που έκανα με τον μεγαλορρήμονα αλλά λεβεντάνθρωπο γίγαντα Σαλβατώρο Καρνέρη του απήγγειλα τι εξιστορούσε ένας Σμυρναίος κυνηγός στη «Γλωσσοκοπάνα» μου:

«πως μια φορά εσκότωσε βαγόνια τέσσερα λαγούς εις του Βουτζά τα μέρη που χαρτοσιά δεν πιάνουνε του Σάλβου του Καρνέρη»

«Όταν όμως του εξήγησα πως οι δικές του κυνηγετικές ιστορίες που καμιά φορά  μας λέει για να γελάσουμε ήσαν τίποτε μπρος στα τερατολογήματα του Σμυρνιού συμφώνησε μαζί μου και παταγωδώς γελώντας, είπε με την βροντώδη φωνή του «βρε τον κωλοσμυρνιό, αλήθεια, 4 βαγόνια λαγούς λέει πως εσκότωσε! Ας έλεγε μπάρεμ ένα βαγόνι» Ώστε, σα να πούμε το ένα βαγόνι του το συγχωρούσε!»

 Πριν λίγα χρόνια, έναν Σεπτέμβρη, νεοδιόριστος δάσκαλος συγκατοίκησα στα Ψαρά με έναν 80χρονο κυνηγό που δεν έλεγε να το βάλει κάτω. Μοιραστήκαμε ένα στενόχωρο  δωματιάκι στην παραλία-το νησί είχε γεμίσει με κυνηγούς, δεν είχε που να μας βάλει η σπιτονοικοκυρά της μικρής πανσιόν και κάθε ξημέρωμα θαύμαζα τον λεβεντόγερο να εκτελεί το ίδιο τελετουργικό τυπικό, την μετάβαση στο καρτέρι, χωρίς να φέρνει κάποιο θήραμα στην τσάντα. Μου εξομολογήθηκε ότι πάνε 60 χρόνια που κάνει κάθε χρόνο το τριήμερο προσκύνημα εκτός από τον Σεπτέμβρη που η σύζυγος του πέρασε στο επέκεινα. Από τότε μου εντυπώθηκε πως η κρίσιμη ιδέα που διαπερνά διαχρονικά το σώμα των Ελλήνων κυνηγών είναι η ανθεκτικότητα. Ναι μεν δεν ενθουσιάζει ως έννοια, γιατί δεν προβλέπει  ανάπτυξη μιας δήθεν κυνηγετικής υπεραγοράς ούτε κοινωνική αλλαγή που θα φέρει το κόμμα των κυνηγών, αλλά είναι ρεαλιστική, γιατί η μια καταστροφική κρίση έρχεται μετά την άλλη-και πρέπει να αντιμετωπιστούν, και περιεκτική, γιατί οι κίνδυνοι δεν προέρχονται μόνο από μια πηγή, αλλά από πολλές. Δεν ισχύει δηλαδή το «φταίει ο μοχθηρός Κίσινγκερ για το Κυπριακό» ούτε «οι οικολόγοι έριξαν επίτηδες οχιές στα Ψαρά»-παρεμπιπτόντως το βασίλειο της νησιώτικης πέρδικας στο κεντρικό Αιγαίο δεν φιλοξενεί φίδια. Το ζήτημα τώρα δεν είναι πλέον η αντίσταση αλλά η ανθεκτικότητα. Η ικανότητα της αντοχής. Η ικανότητα να απορροφήσεις έναν κίνδυνο, ενδεχομένως να υποχωρήσεις, αλλά στη συνέχεια να συνέλθεις και να επανέλθεις στη φυσιολογική κατάσταση. Ο κόσμος μας όμως δεν είναι δυαδικός: εμείς και οι εχθροί- πολέμιοι του κυνηγιού. Είναι πολύπλοκος και πολυσχιδής. Πρέπει να επιβιώσει κανείς από πιέσεις και καταστροφές που προέρχονται από πολλές πλευρές.. Και οι κοινωνίες σήμερα έχουν ανάγκη από αυτή την ανθεκτικότητα. Γιατί η ανθεκτικότητα σημαίνει επιβίωση, σημαίνει μακροχρόνια στρατηγική.

 

Άλλες απόψεις: Του Κώστα Προμπονά