
Αν και πολλές φορές έχουμε μιλήσει για τη γλώσσα, εν τούτοις, να πούμε πως αυτή (η γλώσσα) εμφανίζεται αναποτελεσματική σε κάποιες μεταφυσικές κατασκευές οι οποίες δεν είναι συμβατές με το πνεύμα τών καιρών, που τουλάχιστον απαιτεί ακρίβεια, σαφήνεια και αποδειξιμότητα· με την έννοια ότι χρειάζεται ερμηνεία απλούστατων λέξεων...υπό την έννοια ότι ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα, είναι κρυμμένος όχι στη λογική, αλλά στην παραδοχή ενός μηχανισμού -βέβαια όχι επιστημονικού- ή αναλυτικού που θα αναφερόταν στην αναζήτηση τής αληθούς εννοίας.
Η αναζήτηση τής γλωσσικής αλήθειας έχει την απροσδιοριστία τής υπέρβασης στην ερμηνεία των λεγομένων και όχι στην πεποίθηση τού “ορθολογισμού” τού ομιλητή. Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε, πως, η ιδεολογία δεν πρέπει να αποτελεί το σύστημα για την ‘ορθή’ χρήση τής γλώσσας, αλλά ούτε και να είναι σημείο αναφοράς τής οποιασδήποτε εξουσίας, ακόμα και της γλωσσικής… Γίνεται αντιληπτό, πως στη χρήση της γλώσσας μπορεί να υπάρχουν διαφορές που προ υπήρξαν του γλωσσικού συστήματος. Όμως το νόημα καλό είναι να το αναζητήσουμε στη χρήση της γλώσσας. Καθότι όπως μας λέει και ο ιστοριοδίφης και λόγιος ερευνητής Σάθας, η γλώσσα αλλάζει εις τα χείλη των ομιλούντων αυτήν. Οι όποιες διαφορές,απορρέουν από το σύστημα σε συνδυασμό με κάποιες ιδέες λ.χ πολιτικές ή αν θέλετε κομματικές.
Και επειδή οι λέξεις έχουν το όνομα που τους δίνουμε, να υπενθυμίσουμε πως αρχικά η γλώσσα μας ήταν ηχομιμητική και στην συνέχεια προήλθε ο έναρθρος λόγος, και ακολούθησε η καλλιέπεια.
Ας μην ξεχνάμε και το αρχαίο ρήμα “ονομαίνω”, που σημαίνει δίδω όνομα, αποκαλώ, ονομάζω, χαρακτηρίζω. Πράγμα που σημαίνει πως οι λέξεις έχουν το νόημα που τους δίνουμε εμείς, και έτσι εξηγείται η φιλοσοφία τής γλώσσας. Ωστόσο, εκτός από το “επίκτητο” νόημα το οποίο είναι αναγκαίο να ανταποκρίνεται “εις το ηδύ της γλώσσας” και να επιτυγχάνεται η “ευστομία” και η γλυκύτης κατά τον Διονύσιο τον Αλικαρνασσέα, υπάρχει και η σύνθεση τού ονόματος που δημιουργεί ευφωνία...η οποία πέραν από την ομιλία, μπορεί να εφαρμοστεί ή μάλλον έχει τις ρίζες της στην κειμενολαγνεία, η οποία αρχίζει από τη φιλοσοφία του πνεύματος και τη γλωσσολογική ανάλυση.
Όμως, ας μη ξεχνάμε πως η σκέψη έχει νόημα, ακόμα και όταν το κείμενο – αντικείμενο απουσιάζει. Έτσι, μπορούμε να πούμε πως μια γλώσσα δεν είναι μονομερής, όχι μόνο όταν μιλιέται αλλά και όταν γράφεται, και μάλιστα επηρεάζει, τουλάχιστον επιστημονικά, τις άλλες γλώσσες.

































