
Προσεκτική μελέτη αρχαίων φιλοσοφικών κειμένων μπορεί να μας οδηγήσει στην εκτίμηση πως στην αρχαιότητα η φιλοσοφία – ο φιλοσοφικός στοχασμός αποτελούσε πράξη φιλοσοφικής αναζήτησης . Όντως από τη σκοπιά αυτή μόνο ως τέτοια μπορεί να νοηθεί. Οι διαφοροποιήσεις προέκυψαν πολύ αργότερα και κυρίως από τους μετασωκρατικούς φιλοσόφους... Παρ’ όλα αυτά η αρχαιοελληνική πνευματική παραγωγή υπήρξε ενιαία, καθώς η λέξη “ιδεαλισμός” ως φιλοσοφικός προσδιορισμός δεν υπάρχει στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, παρά τις επί μέρους ενδοφιλοσοφικές διαφοροποιήσεις. Ωστόσο είναι φανερό πως μέσα στα πλαίσια της Σωκρατικής – Πλατωνικής φιλοσοφίας φαίνεται να κυριαρχεί το ιδεατό στοιχείο. Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει την πραγματικότητα αυτή, είναι η σύνδεσή του με την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα τής εποχής. Επομένως βρίσκεται μέσα στα πλαίσια του υπαρκτού‧ καθότι υπακούει και πειθαρχεί στο θεσμικό πλαίσιο της αθηναϊκής πολιτείας.
Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως ο,τι γνωρίζουμε για τον Σωκράτη προέρχεται από έργα των μαθητών του, τον Ξενοφώντα και τον πολυγραφότατο Πλάτωνα. Όσο και αν ο Πλάτων κάνει λόγο για “ιδεατά” εν τούτοις αυτό δεν προσδιορίζει τον φιλόσοφο‧ μια και ο καθένας μας μπορεί να έχει “ιδεατά” χωρίς όμως να τοποθετείται στους “ιδεαλιστές”*. Στη βάση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στηρίζεται και η ψυχανάλυση η ψυχολογία, όπως και η ψυχιατρική του Φρόιντ, αφού βλέπει τον άνθρωπο ως ενιαία ψυχοπνευματική ολότητα αφαιρώντας απ’ αυτόν τον εξωπραγματικό και υπερφυσικό καταναγκασμό.
Αναφερόμενοι στον Αριστοτέλη μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως είναι παντελώς άστοχο να τον κατατάξουμε ή να τον θεωρήσουμε ιδεαλιστή, καθ’ ότι αυτός όχι μόνο κριτικάρει την πλατωνική διδασκαλία, αλλά την αμφισβητεί και δεν δέχεται τίποτα το “ιδεατό”. Για τον Αριστοτέλη μόνη πραγματικότητα είναι η φυσική πραγματικότητα, και η θέση του αυτή προσέδωσε τεράστια ώθηση στην ανάπτυξη των φυσικών επιστημών. Επ’ αυτού ο Επίκουρος στο έργο του “Κανών”, μας λέει πως το μοναδικό μέτρο για τη διαμόρφωση τής κρίσεως για την πραγματική αλήθεια, είναι η αίσθηση. Εκτιμά δηλαδή πως ό,τι μας προσφέρει αυτή, είναι αληθινό και τεκμηριωμένο. Ο ίδιος πιστεύει πως ο στόχος τού ατόμου για να ευτυχίσει, δεν πρέπει να είναι η επίμονη αναζήτηση των ηδονών, αλλά η αποφυγή του πόνου. Ξεπερνώντας ακόμα και τον φόβο του θανάτου**, μας λέει πως αυτός είναι επακόλουθο της πορείας του ανθρώπου και βρίσκεται μέσα στους φυσικούς νόμους. Έτσι κατέληξε στην θέση – αρχή “Άφοβον ο θεός, ανύποπτον ο θάνατος και τἀγαθόν μεν εύτηκτον, το δε δεινόν ευκαρτέρητον”. Είναι φανερό πως ο Επίκουρος επηρεάστηκε από τη σκέψη του Αριστοτέλη. Στη βάση της διαλεκτικής αυτής σκέψης λειτούργησαν πολλοί νεότεροι στοχαστές και φιλόσοφοι, όπως ο Μαρξ και ο Καστοριάδης. Δεν είναι τυχαίο πως ο Αριστοτέλης εξαιτίας των επιστημονικών αλλά και των πολιτικών του επιλογών διώχτηκε*** από την Ακαδημία αλλά και από την Αθήνα!
Παρόλα αυτά θα ήταν παράλογο να αμφισβητήσει κανείς την ύπαρξη του ιδεατού- νοητού το οποίο βέβαια προκάλεσε και γονιμοποίησε την ελληνική σκέψη. Αντίθετα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς βάσιμα, ότι η αντίθεση “ιδεαλισμού- υλισμού” υπήρξε αιτία προστριβών και διενέξεων στην αρχαιοελληνική πνευματική παραγωγή. Το γεγονός αυτό αναμφισβήτητα, όχι μόνο δεν περιόρισε την ελληνική φιλοσοφία, αλλά αντίθετα προκάλεσε ζυμώσεις αναπτυξιακού και προοδευτικού χαρακτήρα.
Ως εκ τούτου το ζεύγος σώμα – ψυχή μπήκε πολύ αργότερα μέσω ενός νοητικού δυισμού για να διαχωρίσει το ανθρωπιστικό ιδεώδες από την εγκόσμια πραγματικότητα (4). Σ’ αυτό βοήθησαν εσκεμμένες παρανοήσεις των έργων του Πλάτωνα, αλλά και του Αριστοτέλη όπως και άλλων φιλοσόφων, που οδήγησαν στη διαστρέβλωση τού ιδεαλισμού αλλά και του υλισμού. Αντίθετα, η φιλοσοφία ως ενιαίο σύνολο σκέψεων και διαπιστώσεων, είναι ωφέλιμη σ’ ολόκληρο το εύρος της, αφού προασπίζεται όχι μόνο το δικαίωμα της λογικής, αλλά και την ελευθερία του δικαιώματος αυτού.
Το θέμα είναι να αναγνωρίσουμε την αλληλεπίδραση του φυσικού κόσμου στο σύνολό του‧ δηλ. ότι όλα διαπλέκονται. Αυτό θα μας οδηγήσει στο να ανακαλύψουμε την ολιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων, πράγμα που υπήρχε στην κουλτούρα και στις παραδόσεις των ιθαγενών σ’ όλο τον κόσμο. Οποιαδήποτε άλλη αντιπαράθεση φιλοσοφικού τύπου είναι στην βάση της πολιτική. Ως εκ τούτου η διάζευξη “ιδεαλιστών”- “υλιστών” θεωρώ πως εντάσσεται μάλλον στη λογική της πολιτικής αντιπαράθεσης και όχι της φυσικής έρευνας.
Καταλήγοντας να επισημάνουμε πως οτιδήποτε υπάρχει είναι πραγματικό, άρα υλικό. Αυτό θεωρώ πως είναι θέμα απλής λογικής. Το δίλημμα “ιδεαλισμός υλισμός” το αντιλαμβάνεται κανείς ως ψευτοδίλημμα, εφόσον έχει αποδεχτεί την ενιαία φυσική πραγματικότητα. Έξω από το υπαρκτό δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα, αφού δεν θα είναι υπαρκτό. Είναι θέμα απλής λογικής. Από κει και πέρα είναι ζήτημα πολιτικών επιλογών το τί θα αναγνωρίσει κανείς ως υπαρκτό ή μη.
Αλλά εκτιμώ πως αυτό είναι άλλο θέμα και δεν είναι του παρόντος.
Αναγκαίες διευκρινιστικές σημειώσεις - προσθήκες
* Ακόμη και ο Μαρξ ως κορυφαίος εκπρόσωπος του επαναστατικού υλισμού “ιδεατά” προβάλει και υπερασπίζεται. Την πραγματικότητα αυτήν καλλιεργεί και προβάλλει ο Λένιν αφού βασίζεται και προσαρμόζεται στην εποχή του.
** Επ’ αυτού μας λέει πως ο θεός δεν πρέπει να μας προκαλεί φόβο (πανικό & φυγή) αλλά ούτε και ο θάνατος να μας βάζει σε σκέψεις (ανησυχία, υποψίες). Και τἀγαθόν μεν εύτηκτον ([ευ + τήκω] δηλ. αυτό που λιώνει εύκολα, το ευδιάλυτο, αυτό που αναλύεται) αν στη ζωή μας έχουμε φροντίσει να κατακτήσουμε το αγαθό (δηλ. την ικανότητα για αρετή, σύνεση και απλότητα). Το δε δεινόν ευκαρτέρητον αν έχουμε μάθει να υπομένουμε γενναία και να αντέχουμε τα δεινά.
Και καταλήγει πως ο θεός δεν πρέπει να μας προκαλεί φόβο ούτε και ο θάνατος καχυποψία, αν στη ζωή μας έχουμε φροντίσει να πράττουμε το αγαθό και έχουμε μάθει να υπομένουμε τα κακά που μας βρίσκουν με γενναιότητα. Τέλος ο Επίκουρος πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι ανάγκη να φιλοσοφεί γιατί αυτό προσφέρει υγεία στη ψυχή του. Ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η φιλοσοφία του Επικούρου στηρίχτηκε στην αρχή και το τέλος της ευδαίμονος ζωής στην οποία κατέτασσε και την ηδονή την οποία θεωρούσε ως ένα από τα αγαθά για την αποφυγή του ανθρώπινου πόνου, αλλά και ως μέσον που οδηγεί στην ευδαιμονία. Σημειώνοντας ωστόσο πως δεν πρέπει να κυνηγάμε οποιαδήποτε ηδονή, όπως ακριβώς δεν μπορούμε ή δεν πρέπει να αποφεύγομε οποιοδήποτε πόνο. Επ’ αυτού ο Αριστοτέλης έλεγε πως οι πράξεις της αρετής έχουν μέσα τους την ηδονή.
*** Ο Αριστοτέλης σέβεται απλώς τα έθιμα και μέσα απ’ αυτά φιλοσοφεί για τους θεούς. Παρόλα αυτά εξορίστηκε στη Χαλκίδα κατηγορούμενος για ασέβεια και αθεΐα το 323 π. Χ. Θεωρεί δε, ότι η εξουσία πρέπει να συμπεριφέρεται με μέτρο και ότι οι πλούσιοι και οι φτωχοί είναι (ή πρέπει να είναι) ίσοι έναντι του νόμου.
(4) Η πραγματικότητα αυτή αλλάζει από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες όπου η εκκλησία ουσιαστικά όχι μόνο παρεμβαίνει, στηριζόμενη στην ιδεολογία του φόβου, αλλά στερεί τη δυνατότητα της ελεύθερης βούλησης – σκέψης, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος ως εξατομικευμένη οντότητα, λόγω των υπαρξιακών θεωριών, να είναι αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών.
































