Γλωσσική ποιητική περιπλάνηση και γλωσσικός νόμος

Δευ, 14/05/2018 - 10:27

Έχω τη γνώμη πως και ο γλωσσικός νόμος όταν τον δούμε με ευρύτερη ματιά δεν είναι κοινός για όλους... Άρα το κριτήριο για την αντιμετώπιση μιας πράξης θεωρώ πως είναι σχετικό, παρόλο που ο νομοθέτης στην περίπτωσή μας, και εννοώ τη γλωσσικοφιλολογική “νομοθεσία”, έχει τη χροιά ανθρώπινου νόμου και όχι θείου.

Αναμφίβολα οι λέξεις δεν πρέπει να περιορίζονται στο επίπεδο, μόνο, της καταδήλωσης δηλ. στην αρχική έννοια των λέξεων‧ όπου δίδεται το νόημα κατά λέξιν όπως φανερώνουν στοίχοι από τα θαυμάσια ποιήματα του Κρυστάλλη (και όχι μόνο) όπως: Στο Σταυραϊτό, ο Σκάρος, το Κέντημα του μαντηλιού κ.α

          “Από μικρό κι απ’ άφαντο πουλάκι, σταυραητέ μου,

          παίρνεις κορμί με τον καιρό και δύναμη κι αγέρα

          κι απλώνεις πήχες τα φτερά και πιθαμές τα νύχια

          και μεσ’ στα σύγνεφα πετάς, μεσ’ τα βουνά ανεμίζεις‧”

 

Αλλά και σχεδόν όλα τα Δημοτικά‧ όπως πιστοποιεί και το Ηπειρώτικο τραγούδι που μας λέει:

            “καλότυχα είναι τα βουνά καλότυχοι ειν’ οι κάμποι

           που θάνατο δεν καρτερούν και χάρο δεν παντέχουν” 

 

Καταλαβαίνει κανείς πως εδώ δεν υπάρχει πρόβλημα κατανόησης. Αντίθετα η κατανόηση είναι ευδιάκριτη γιατί έχει σταθερό σημείο αναφοράς τη φύση ως βασικό στοιχείο του πολιτισμού. Το πρόβλημα υπάρχει από τη στιγμή που ψάχνουμε ή υποθέτουμε τί εννοεί ο ποιητής(!) ο οποίος πλέον δεν δηλώνει αλλά...εννοεί. Έτσι λοιπόν φεύγουμε από το επίπεδο της δήλωσης και φτάνουμε στο επίπεδο της συμπαραδήλωσης* (συν-παρά-δήλωσης). Αυτό είναι η αλληλο- εξάρτηση της γλωσσικής μορφής με τη σημασία. Θέση την οποία υποστηρίζει εξαρχής ο μαρξισμός, αφού εξαρτά ή αν θέλετε συνδέει τη σημασία των λέξεων με τον κοινωνικό ρόλο της γλώσσας. Επομένως είναι φανερό πως οι θέσεις αυτές απηχούν ή αναφέρονται στη λειτουργική προσέγγιση της γλώσσας.

Αυτό βέβαια δεν “πάει να πει” πως χωρίς ουσία μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα έργο με πλήρη σαφήνεια γλωσσικής καταδήλωσης, γιατί το μυαλό του αναγνώστη σταματάει σ’ αυτό που διαβάζει ή και ακούει χωρίς να επεκτείνεται στο τί εννοεί, η τι “κρύβεται πίσω από τις λέξεις”.

Και γράφοντας αυτά θυμήθηκα όταν πριν αρκετά χρόνια παραβρέθηκα σε μια “βραδιά ποίησης”. Μεταξύ νέων αλλά και παλαιοτέρων ποιητών ήταν και ο αείμνηστος Μανώλης Αναγνωστάκης. Στο τέλος της εκδήλωσης έγινε συζήτηση μεταξύ των ποιητών και των παρευρισκομένων. Θυμάμαι τότε εκδήλωσα την αμφιβολία μου, αν όχι τη δυσφορία μου, για τη μοντέρνα ποίηση στηριζόμενος στην απλή λογική απορία “τι εννοεί ο ποιητής”. Η απάντηση ήλθε από τον Αναγνωστάκη που είπε ότι: άλλα μπορεί να εννοεί ο ποιητής και άλλα να καταλαβαίνουν οι ερμηνευτές του. Ακόμα ότι η ποίηση είναι μια παρόρμηση της στιγμής. Οπότε η επόμενη φυσιολογική ερώτηση ήταν “τότε γιατί ταλαιπωρούν τα παιδιά μας στο σχολείο και ζητούν απάντηση στο νόημα του ποιήματος”. Με τα λεγόμενα αυτά στην πορεία τού χρόνου κατάλαβα πως οι ερμηνευτές της ποίησης του είδους αυτού, συχνά ερμηνεύουν αυθαίρετα!

Δεν θέλω να πω - όσον αφορά την ποίηση αλλά και την τέχνη γενικότερα – ότι χρειάζεται πλήρης σαφήνεια‧ γιατί ο αναγνώστης, ο ακροατής ή ο θεατής θα πρέπει να κοπιάσει**, ακόμα και να φανταστεί για να μάθει.

Όμως άλλο αυτό και διαφορετικό ο “μοντερνισμός” ακόμα και η “μοναδικότητα” να οδηγούν στη δημιουργία ακατανόητων σε κάθε περίπτωση “τερατουργημάτων”. Αγνοώντας πως ο αναγνώστης γίνεται και “κριτικός μιάς λογικής γραφής”. Δεν θέλω να πω, πως είναι λογικό να υπάρχει μια “συγγραφή χωρίς λογοτεχνία”‧δηλαδή να επιδιώκουμε να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μόνο σαν ύλη, μια και η λέξη στην υπαρξιακή της μορφή σημαίνει ταύτιση με το αντικείμενο. Καθ’ ότι πέραν από το όνομα υπάρχει η έννοια αλλά και η εικόνα. Είναι γνωστό ότι τόσο η γλώσσα, όσο και το ύφος ακόμα και η γραφή αλλάζουν με τον καιρό, πράγμα που ανταποκρίνεται στην λογοτεχνική δημιουργία. Δημιουργία όμως που δεν θεωρεί τη γλώσσα αντικειμενικά, δηλαδή χωρίς την παρέμβαση του ανθρώπου, αλλά ως αντικείμενο επιστημονικής ανάλυσης που εμπίπτει στην νοησιαρχική λογική που αρχίζει από το “Μῆνιν ἄειδε θεά...” και φτάνει...“Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη...”. Έτσι πιστεύω πως το σημάδι της αληθινής δημιουργίας (προφανώς και κυρίως της ποίησης) βρίσκεται στην κατανόηση και στο μέτρο ανάμεσα στο σημαίνον και το σημαινόμενο. Παρ’ όλα αυτά θεωρώ πως πρώτος δάσκαλος του ανθρώπου και για τη γλώσσα είναι η φύση η οποία και αδιαφορεί για κάθε επιστημονική ανάλυση που μας λέει ότι ο Ουρανός ουρεί! ή μας διαβεβαιώνει πως το αλάτι και η θάλασσα ή τα αλίπαστα και η σαλιάρα όπως και η ζαλάδα έχουν την ίδια ρίζα με τη θάλασσα. Και αυτό γιατί η φύση το γνωρίζει. Εμείς όμως χρειάζεται να το μάθουμε μέσω της επιστήμης, που ερχόμενη δεύτερη, μπορεί να διαπιστώσει ως δημιούργημα της εμπειρίας και αποκτάται στην πορεία. Όμως η επικοινωνία ως απαραίτητος όρος της τέχνης αλλά και μέρος της δημιουργίας ξεκινά από στοίχους (βλ. παραπάνω).

Έτσι αντιλαμβάνεται κανείς πως πρέπει ή αν θέλετε είναι ανάγκη, όχι να οδηγούμαστε σε μια μονόπλευρη θεώρηση της γλώσσας χωρίς πλαστικότητα και δίχως ελευθερία.... Ούτε σημαίνει πως είμαστε γλωσσικά προοδευτικοί καταργώντας τις αυξήσεις ή τους τόνους και τα πνεύματα, αλλάζοντας τους κανόνες εμπλέκοντας με παιδικές δικαιολογίες τους ορθοπεδικούς με τους “ορθοπαιδικούς” όπως και τους χειρουργούς με τους χειρούργους [3] για να γίνουμε καινούριοι!! και όχι καινούργιοι***.

Δυστυχώς η πολιτική της λιτότητας δεν εφαρμόζεται μόνο στην οικονομία αλλά και στη γλώσσα. Όμως, λιτότητα στη γλώσσα πρέπει να γνωρίζουμε πως οδηγεί σε φτώχεια και το μυαλό.

Ωστόσο γλωσσική αλήθεια υπάρχει‧ έστω και αν αυτή δεν είναι η ίδια παντού και πάντοτε. Και αυτή βρίσκεται στο Αριστοτελικό “εἰκός καί ἀναγκαίον”****. Μπορεί το εξωτερικό περίβλημα της γλώσσας να είναι διαφορετικό στις διάφορες εποχές, όμως το βασικό χαρακτηριστικό της παραμένει‧ και αυτό συγκινεί, είτε πούμε “οὔτοι συνέχθειν, ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν” ή δεν γεννήθηκα για να μισώ αλλά για να αγαπώ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ακόμη την συμβουλή του Πλάτωνος‧ πως μέτρον του λόγου δεν είναι ο ομιλών αλλά ο ακούων. Δηλαδή αυτός που τον ακούει, ο ακροατής. Και τα χαρακτηριστικά κάθε ακροατή είναι διαφορετικά γιατί σχετίζονται με την αγωγή του, την μόρφωσή του, τις συνήθειές του, ακόμη και με την ανατροφή του. Παρ’ όλα αυτά η ουσία της πράξης παραμένει ως βασική αξία που βλέπει στον ορίζοντα της δημιουργίας η οποία περνά και μέσα από τη φαντασία.

Έτσι λοιπόν συμπερασματικά μπορεί να πει κανείς, πως η αγάπη για τη γλώσσα αποδεικνύεται και από τη δημιουργική χρήση της. Καθώς αυτός που μιλά, χωρίς να φλυαρεί άσκοπα λέγοντας λέξεις που όταν φεύγουν από το στόμα δεν περνούν από το μυαλό και δεν χτυπούν στην καρδιά, μπορεί να θεωρηθεί ακόμα και...κακός (με την έννοια της ανάρμοστης συμπεριφοράς). Η συμπεριφορά αυτή δυστυχώς δεν κάνει διάκριση, έστω και ως αντίφαση, μεταξύ ασχολουμένων ή μη με τη γλώσσα, γιατί η γλώσσα όπως και η τέχνη γενικά μπορεί να απευθύνεται στους πολλούς επιβεβαιώνοντας τους λόγους ύπαρξής της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή θα πρέπει να την δει κανείς όχι ως γλωσσική ιδιοτέλεια, αλλά ως ερωτικό ανάβρυσμα μιας συμπεριφοράς που παρηγορεί και λυτρώνει όπως ο πόνος κάθε ομορφιάς. Ας μη ξεχνάμε πως η ομορφιά όπως και ο στοχασμός περνάει από το μυαλό κάθε ελεύθερου ανθρώπου που πιθανόν δεν βλέπει αλλά και δεν κρίνει όπως όλος ο κόσμος, γιατί ενδιαφέρεται για την αλήθεια των πραγμάτων [5]. Έτσι το μυαλό τού ανθρώπου δεν είναι ανάγκη να το βλέπουμε σαν ένα δοχείο που πρέπει να γεμίσει με αλήθειες, αλλά σαν μιά φωτιά που πρέπει ν’ ανάψει για την αναζήτηση της αλήθειας των πραγμάτων. Και ας μη ξεχνάμε πως ακόμα και η ιστορία σε οποιαδήποτε μορφή, γράφεται από την αλήθεια των κακών, που αργότερα έγιναν καλοί(!) αλλά κι απ’ όσους υποστηρίζουν ότι προηγείται το πτώμα τής σωρού!

Τα παραδείγματα είναι πολλά όμως εκφεύγουν του παρόντος.

 

* γλωσσολογικός όρος που σημαίνει συν-υπό-δήλωση δηλ. τί εννοεί μια λέξη ή μια φράση που συνήθως στη μοντέρνα ποίηση παρουσιάζεται θολή και σκοτεινή.

[2] Στο σημείο αυτό ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης να εκφράσω την αμφιβολία μου αν η τέχνη είναι για τους πολλούς όταν αυτή εκφράζοντας το μοντέρνο οδηγεί στον φόβο και στο ακατανόητο (π.χ στα αγάλματα – προτομές και όχι μόνο), αφού απομακρύνεται απ’ αυτό που ονομάζουμε τέχνη και επικοινωνία οδηγώντας μας στην πραγματικότητα σε μια “αλλοτριωμένη τέχνη”.

** Αυτό που σε άλλες ευκαιρίες και σχετικές περιπτώσεις έχω παρομοιάσει με “μασημένη τροφή”.

[3] βλ. παλαιότερο κείμενο “Ο τονισμός δημιουργεί θετική ή αρνητική έννοια”

*** Καινούργιος- α – ο (καινό – έργο [νέο – έργο]) καινούριος - ια - ιο (καινός + ούριος[ευνοϊκός- επί ανέμων])

****Δηλαδή‧ ότι κριτήριο της επιτυχίας ενός έργου (αναφέρεται στην Τραγωδία) είναι να έχει στοιχεία φυσικά, λογικά, εύλογα και αληθοφανή. Και ότι πρέπει να συμφωνούν με την αισθητική αλλά και την ηθική αναγκαιότητα.

[5] Σύμφωνα με τον Μπέρτολντ Μπρεχτ “Δεν μας ενδιαφέρουν τα αληθινά πράγματα, αλλά τα πράγματα στην αλήθεια τους”

 

 

 

knafpl@hotmail.com

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη