Ιθαγενής- ιθαγένεια - υπηκοότητα

Κυρ, 28/10/2018 - 06:57

Αν και ο γράφων -ως ιθαγενής- έχει ασχοληθεί κατ’ επανάληψη με την ερμηνεία αλλά και την ετυμολογική προέλευση και των λέξεων του τίτλου, εντούτοις θεωρώ σκόπιμο να επαναφέρω στη μνήμη μας βασικά στοιχεία των λέξεων αυτών…
Διαβάζουμε λοιπόν στο Βικιλεξικό: Ιθαγενής < αρχ. Ελληνική Ιθαγενής επίθετο τριγενές και δικατάληκτο ιθαγενής ης – ες. ερμην. Αυτός που ανήκει στο λαό που υπήρχε σε μιά χώρα πριν την αποικιοκράτησή της αυτός που γεννήθηκε σε μιά χώρα, σε αντίθεση με τους αποίκους της. συνώνυμα: ντόπιος. Συγγενικές λέξεις ιθαγένεια, αυτόχθων*.
Βικιπαίδεια:  Ιθαγένεια ή υπηκοότητα ονομάζεται νομικά η ιδιότητα τού πολίτη, για την ακρίβεια ο νομικός δεσμός τού ατόμου με το κράτος στο οποίο ανήκει. Ιθαγένεια και υπηκοότητα είναι λέξεις ταυτόσημες και χρησιμοποιούνται εξ ίσου στην καθημερινότητα, απλά στα επίσημα κείμενα προτιμάται η ιθαγένεια για λόγους πολιτικής ορθότητας**.
Η λέξη ιθαγενής & ιθαιγενής αναφέρεται στον Όμηρο  και προέρχεται από το ιθύς που σημαίνει “κατ’ ευθείαν” βλ. και λεξικά Ε. Κοφινιώτη “Λεξικόν Ομηρικόν”, Δασκαλάκη “Λεξικόν Ετυμολογικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης”, Hofmann “Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής”, Γ.Δ. ΖΗΚΙΔΟΥ λεξικόν ορθογραφικόν και χρηστικόν της Ελληνικής γλώσσης.
Στα αρχαία Ελληνικά ιθαγενής ονομάζεται ο νόμιμος, ο γνήσιος, αλλά και ο ντόπιος ο προερχόμενος από συγκεκριμένο γένος (ιθύς = ίσιος), ευθύς ρίζα ι του ρήματος εἶμι. Παράγωγα ἰθυτενής και εὐθυτενής[ίσιος].

Η έννοια του ιθαγενούς απαντάται στον Ηρόδοτο (“Ιστορία” 6, 53) όπου η λ. ιθαγενής μεταφράζεται ως γνήσιος, στον Αισχύλο (“Πέρσαι”306 “Τενάγων τ’ άριστος Βακτρίων ιθαιγενής”), και στον Στράβωνα (“Γεωγραφικά” 7 , 8). Χάριν της ετυμολογίας να πούμε, ότι το ιθύς προέρχεται από το ρήμα ιθύω, που σημαίνει βαίνω κατ’ ευθείαν (το ιθύνω σημαίνει κυβερνώ π.χ ιθύνουσα τάξη, ιθύνον νούς).
Επιπροσθέτως να συμπληρώσουμε ότι με την υπηκοότητα (πολιτογράφηση) δεν μπορεί να γίνει κανείς ιθαγενής (βλ. παραπάνω) καθ’ ότι την ιθαγένεια “ή την έχεις ή δεν την έχεις”‧ και κατ’ αυτή την έννοια δεν χαρίζεται ούτε αφαιρείται. Ενώ η υπηκοότητα*** μπορεί να είναι πολλαπλή‧ και μπορεί να την αφαιρέσει η Πολιτεία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις...

Θεωρώ βέβαιο πως δεν πρόκειται περί “δήθεν διαφοράς” στις δυο αυτές λέξεις, με τη λογική ότι: “το νομικό περιεχόμενο των λέξεων δεν ακολουθεί την ετυμολογία τους”. Γιατί δεν πρόκειται γι αυτό! Αλλά για την πολιτική ερμηνεία που μπορεί να δώσει κανείς σ’ αυτό. Συνεπώς η όποια ιθαγένεια είναι μια ιδιότητα την οποία έχεις ή δεν έχεις… (ΣτΕ 1644/2010 [Δ’ τμήμα]) βλ. διαδίκτυο. Όσο για την υπηκοότητα, αυτή “είναι νομικός και πολιτικός δεσμός που συνδέει το άτομο ως πολίτη με την πολιτεία (κράτος) και από την οποία πηγάζουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις για αμφότερα τα μέρη” . Άλλο βέβαια  αν κάποιος σήμερα μπορεί να αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια**** “μπερδεύοντας ουσιαστικά την έννοια της ιθαγένειας με εκείνη της υπηκοότητας!”

Η σύγχυση περί “δήθεν διαφοράς” δεν μπορεί να αποδοθεί σε “προϊόν κακόπιστης κριτικής”, αλλά έχει ουσιαστικό περιεχόμενο, άσχετα με την πολιτική ή αν θέλετε κομματική του χρήση.

Αντίθετο τού ιθαγενούς είναι ο μετανάστης, ο οποίος είναι ο άνθρωπος που έφυγε από την χώρα του και ήλθε σε μια άλλη…

Τα παραπάνω ίσως θα πρέπει να γίνουν γνωστά, και αν ασχοληθήκαμε με αυτά, τούτο έγινε γιατί οι λέξεις ιθαγένεια & ιθαγενής ερμηνεύονται λανθασμένα, πράγμα που δεν αποδίδει σωστά τις έννοιες των λέξεων.

 

* Σχετικά περί “αυτοχθονίας” μιλάει και ο Ισοκράτης στον “Πανηγυρικό” 24.

** Δυστυχώς  (για κάποιους & για τον γράφοντα) οι παραπάνω λέξεις δεν είναι ταυτόσημες. Και γι αυτό είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε, πως την ιθαγένεια την δίδει η φύση και όχι ο νόμος. Καθ’ ότι ο νόμος παρέχει την υπηκοότητα με μια νομική πράξη. Δηλαδή “υπηκοότητα” δίδεται με την πολιτογράφηση. Ουσιαστικά βέβαια πρόκειται για δύο διαφορετικές εννοιολογικά λέξεις. Διότι ακριβώς -αν δεν ήταν έτσι- αυτό θα σήμαινε ταύτιση ενός βιολογικού γεγονότος με μια διοικητική πράξη.  (Σχετικά μπορεί να βρει όποιος ενδιαφέρεται στο βιβλίο “Αριστοτέλους Πολιτικά”).

Ωστόσο το θέμα της πολιτικής ορθότητος (politically correct) και ως προς την πολιτική χροιά του, δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο, παρά μόνο στη γλωσσική χροιά του. Δηλ. Στην αποφυγή εκφράσεων ή ενεργειών που πιστεύεται ότι αποκλείουν, περιθωριοποιούν ή προσβάλουν ομάδες ανθρώπων που μειονεκτούν κοινωνικά ή γίνονται διακρίσεις εις βάρος τους (Βικιπαίδεια). Με βάση τα παραπάνω εκτιμώ (τουλάχιστον στην περίπτωσή μας) πως είναι λάθος να ταυτίζεται το πολιτικά ορθό με το γλωσσικά και εννοιολογικά ορθό.

Να συμπληρώσουμε ακόμα πως η λέξη αυτοχθονία βρίσκεται στον ίδιο εννοιολογικό χώρο με την λ. ιθαγένεια. βλ. σχετικά το άρθρο του γράφοντος “Περί γεωργίας & αυτοχθονίας λέξεων σχετικών με τη Γη” (26/8/2018).   
*** Η λέξη υπηκοότητα προέρχεται από το ρ. υπακούω και προφανώς αναφέρεται σε μοναρχικά καθεστώτα.

**** Όπως είπαμε παραπάνω οι λέξεις“ιθαγενής” και “ιθαιγενής” αναφέρονται στον Όμηρο και ερμηνεύονται ως γνήσιος. Παρ’ όλα αυτά από την εποχή του Ομήρου η ιθαγένεια μπορεί να αποδοθεί “κατ’ έγκρισιν”  ειδικότερα όταν υπάρχει ανάγκη ικανοποίησης κοινού συμφέροντος, και αυτό μέσω της οικογένειας ως συνειδητής πράξης, αλλά και δικαιώματος των πολιτών και όχι...εκ παραχωρήσεως. Στην πρώτη περίπτωση για να καλύψει (ανθρωπιστικά) και τα νόθα παιδιά, αλλά και να περιορίσει το δημογραφικό πρόβλημα στα χρόνια τού Ομήρου, όπου τα 2/3 των γεννήσεων προέρχονταν εκτός επίσημης συζυγικής κλίνης.                                                                                                                                                                       

 

knafpl@hotmail.com                                                               

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη