Ο αγρός οι ομόρριζες και συναφείς νοηματικά λέξεις - και λίγα Ινδοευρωπαϊκά

Τετ, 20/10/2021 - 16:07

Κάποιοι* (βλ. Ινδοευρωπαϊστές) υποστηρίζουν πως μία από τις αποδείξεις ότι η ελληνική ανήκει στις λεγόμενες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, είναι και η λέξη αγρός, λατ. Ager, γερμ. Acker, αγγλ. Acre…

Για να δούμε όμως κατά πόσο αυτό είναι αλήθεια ή πλάνη.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται πως η λέξη είναι ελληνικής προέλευσης και κοπής· απλώς πέρασε ως δάνειο στις άλλες γλώσσες μέσω της λατινικής. Αυτός είναι ο λόγος που όλοι οι δανειολήπτες έχουν ως σημαινόμενο τη λ. «ager» και παρέμειναν αποκλειστικά στη συμβατική χρήση τής λέξης. Αντίθετα, οι Έλληνες δημιούργησαν πλήθος ομόρριζων λέξεων φτάνοντας και σε άλλες νοηματικές περιοχές. Ενώ οι Λατίνοι τα μόνα παράγωγα που έπλασαν, ήταν: Agricola =γεωργός, agricultura = γεωργία και agrestis = αγρότης /χωριάτης.

Η λ. ετυμολ. από το ρ. ἄγ-ω + ἄρ-ουρα, αρ-όω, έ-ρα δηλ. αγαρός > αγρός [βλ. ετυμ. λξκ. Βασδέκης Ν. Σταύρος].  Η πορεία της λέξης στην ελληνική αρχίζει από τον Όμηρο (βλ. Οδυσ. ρ 18) «κατά πτόλιν ἠέ κατ’ ἀγρούς»** που σημαίνει την ύπαιθρο χώρα έξω από την πόλη. Στην αρχαία Αθήνα γιόρταζαν και τα κατ’ Ἀγρούς Διονύσια κατά τον μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβ.), καθώς και τα Μεγάλα ή ἐν Ἂστυ Διονύσια τον Ελαφηβολιώνα (Μάρτη / Απρίλη). Να πούμε πως η λ. στον ενικό συνήθως σημαίνει χωράφι, κτήμα. Επίσης έχουμε τις λ. Ἂγραι που ήταν πεδιάδα της Αττικής (σημ. Καισαριανή), ἀγρίδιον υποκορ. του αγρός· πρβλ. και τα Αγρίδια – Γρίδια περιοχή κοντά στα Νένητα της Χίου, αλλά και Αγρίδι(ον) χωριό της Πελοποννήσου.

Το Άργος· που σημαίνει αγρός (γρ>ργ) σχετ. και Αργείος, Αργολική (πεδιάδα). [να σημειώσουμε πως, Άργος αποκαλεί και την Θεσσαλία ο Όμηρος αλλά και ο Στράβων.] Ακόμα έχουμε τις λ. αγρότης, αγροτικός, αγρόκτημα με την ίδια σημασία όπως και σήμερα. Τον αγροίκο· δηλ. αυτόν που έχει τον οίκον (σπίτι) του στους αγρούς / ο αγροίκος, ο άξεστος, ο τραχύς, ο βάναυσος, ο άγριος σε σύγκριση με τον άνθρωπο της πόλης ο οποίος χαρακτηριζόταν πολίτης / αστός

Επίσης την αγροικία = αγροτική κατοικία (λατιν. vila) τον αγροδίαιτο = αυτόν που ζη στους αγρούς· καθώς και άγραυλος (αγρός + αυλή) αυτός που διαμένει στους αγρούς. Ἂγραυλος ήταν και επίθετο του Πανός, αλλά και κόρη του Κέκροπος· και Ἀγραύλη δήμος της Ἐρεχθηίδος φυλής στην Αττική. Έχουμε τους ἀγραυλούντες ποιμένες δηλ. τους ποιμένες που ζούσαν στους αγρούς, τον άγρυπνο (αγρός + ύπνος [λατιν. vigilans]) τον αγρονόμο, την αγρονομία δηλ. την υπηρεσία της εποπτείας των αγρών, τον αγροφύλακα, την αγροζημία δηλ. ζημιά σε σπαρμένο χωράφι, την αγρανάπαυση (αγρός + ανάπαυση) δηλ. χρόνος διακοπής της καλλιέργειας του αγρού, τον άγριο δηλ. αυτόν που ζη στους αγρούς, άρα πρωτόγονος. Ίσως θα πρέπει να προσθέσουμε και τη λ. ...αγροτοπατέρας = ο δήθεν προστατεύων τους αγρότες.

Μία από τις «νεότερες» σχετικές λέξεις είναι και ο αγρο(το)τουρισμός.  Από τον «άγριο» βγαίνουν και άλλες σημασίες (κυρίως ηθικές) όπως τραχύς, κακός, σκληρός, μανιώδης. ἀγριμαῖος, αντιθ. του ήμερος απ’ εδώ και το αγρίμι. Να πούμε ακόμα πως η λ. ἄγρα (η),[άγριος] σημαίνει κυνήγι & ἀγρεύω συλλαμβάνω θηράματα μτφ. επιδιώκω· σχετ. και η εκφρ. «…προς άγραν ψήφων».   

Είναι λοιπόν εύκολο να αντιληφθεί κανείς τον πλούτο τής λ. αγρός.

Τέλος, πιστεύω πως μόνο αυτά είναι ικανά να αποδείξουν πως δανειοδότρια είναι η ελληνική και δανειολήπτρια η λατινική από την οποία  παρέλαβαν τη λέξη οι λοιποί Ευρωπαίοι και δημιούργησαν τη γλώσσα τους. Πράγμα βέβαια που δεν σημαίνει ή δεν φανερώνει καμμιά Ι. Ε. ομογλωσσία, η οποία είναι γέννημα του γερμανικού εθνικισμού βλ. Ινδογερμανικής θεωρίας από τον Βορρά, καθαρό προϊόν του αναγεννημένου γερμανικού εθνικισμού μετά τους Ναπολεόντιους πολέμους. Σ’ αυτή τη θεωρία άλλωστε βασίστηκε και η χιτλερική θεωρία της «φυλετικής ανωτερότητος» των Αρείων.
 

Και λίγα…Ινδοευρωπαϊκά

Ίσως, η ποιο παράλογη και παραπλανητική παράμετρος της θεωρίας αυτής είναι ότι οι…πολιτισμένοι Ινδοευρωπαίοι αποφάσισαν να μεταναστεύσουν από τον Καύκασο και τις στέπες της Β. Ευρώπης σε πιο θερμά κλίματα για να διαδώσουν τις γνώσεις τους, κινούμενοι από αλτρουιστικά αισθήματα(!), ενώ γνωρίζουμε ότι για να γεννηθεί ένας πολιτισμός κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι κλιματολογικές συνθήκες ενός τόπου.

Παράλληλα όμως ο πολιτισμός αυτός πρέπει να αφήσει αλλά και να βρεθούν τεκμήρια της ύπαρξής του. Πράγμα που δεν έχει συμβεί με τον λεγόμενο Ινδοευρωπαϊκό πολιτισμό, τμήμα του οποίου θεωρείται  και ο Ελληνικός.

Με βάση όμως τη λογική αυτή οι Ινδοευρωπαϊστές υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες δεν ήσαν γηγενείς…. Παράλληλα όμως πρέπει να γνωρίζουμε (ή να μάθουμε) τη ρήση του Ισοκράτη για την αυτοχθονία των Ελλήνων: Ταύτην γαρ οικούμεν ούχ εταίρους εκβαλλόντες ούδ’ έρημον καταλαβόντες, ούδ’εκ πολλών εθνών μιγάδες συλλεγέντες… ώστε εξ ήσπερ έφυμεν…αυτόχθονες όντες…|

ερμην: Διότι κατοικούμε αυτή την χώρα, χωρίς να διώξουμε άλλους, ούτε την καταλάβαμε έρημο, ούτε από πολλά έθνη είμαστε αναμεμειγμένοι… ώστε τη χώρα στην οποία γεννηθήκαμε…εξακολουθούμε συνεχώς να κατοικούμε, διότι είμαστε αυτόχθονες(3).

Καταλήγοντας  την απόπειρα της απλής αυτής αναφοράς να σημειώσουμε πως η Ελλάδα εκατοικείτο  τουλάχιστο από το 250.000 π.Χ ενώ τα ευρήματα του παλαιοντολόγου Άρη Πουλιανού (βλ. αρχάνθρωπος των Πετραλώνων) χρονολογούνται μεταξύ 700.000 – 250.000 π.Χ.

Επιπροσθέτως να επισημάνουμε τα λόγια τού καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Χρ. Ντούμα:

«Παντού στον κόσμο μεγάλοι πολιτισμοί αναδείχθηκαν εκεί όπου οι περιβαλλοντικές συνθήκες ευνόησαν την συγκέντρωση πληθυσμών μετά την εποχή των παγετώνων». « Όσο για τους Ινδοευρωπαίους που ξεχύθηκαν ανατολικά ως τον Ινδό ποταμό και δυτικά ως τον Ατλαντικό Ωκεανό… ηχεί μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας», καταλήγει ο καθηγητής. Έτσι, αφού δεν γνωρίζουμε ή μάλλον δεν μας λένε την κοιτίδα*** τους  δηλ. πού ζούσαν (όχι βέβαια μέσα στους πάγους και τις στέπες), πως μπορεί να πιστέψει κανείς διάφορες παραδοξολογίες και κατασκευασμένες θεωρίες που προβάλλονται από ξένους Ινδοευρωπαϊστές συνεπικουρούμενους από ντόπιους μυθολόγους;…

Ότι δηλ. ξεκίνησαν ή ζούσαν στην Ινδία, στον Καύκασο, στη Βαλτική, στη Σιβηρία ή στη Γερμανία... Ωστόσο, το θέμα αποτελεί ακόμα ένα προβληματικό και πολύπλοκο ζήτημα, η προσέγγιση του οποίου εκτιμώ πως γίνεται – δυστυχώς – με ιδιοτελή κοινωνικοπολιτικά  κριτήρια και αστήρικτους συλλογισμούς.

* Διαβάζοντας από το διαδίκτυο το «Βικιλεξικό» βλέπω: ἀγρός, διαχρονικό δάνειο αρχαία ελληνική ἀγρός< Πρωτοϊνδοευρωπαική * hzѐǵros Μπαμπινιώτης Γεώργιος (2010) Ετυμολ. λεξικό της Νέας Ελληνικής (Β΄ανατύπωση 2009 Α΄εκδ. Αθήνα Κέντρο Λεξικολογίας

Με συγχωρείτε που δεν κατάλαβα τίποτα!…
 

** Επειδή είναι τόσο ωραία, πιστική ακόμα και επίκαιρη η θέση του Ομήρου πάνω στο θέμα αυτό, ας μου επιτραπεί να την αναφέρω όπως ακριβώς τη λέει το αρχαίο κείμενο. Λέει λοιπόν: Πτωχῷ βέλτερον ἐστι κατά πτόλιν ἠέ κατ’ ἀγρούς δαῖτα πτωχεύειν· δώσει δε μοι ὄς τι ἐθέλησιν.
ερμην: Ο ζήτουλας καλύτερα να ζητιανεύει το ψωμί του μέσα στην πόλη, παρά να τρέχει στα χωράφια κι όποιος τον καταδεχτεί, όλο και κάτι θα του δώσει. (μετάφρ. Δ. Ν. Μαρωνίτης)
 

(3) Όμως για να εκτιμήσουμε όσο και να επιβεβαιώσουμε  κάποιες «απόψεις», πρέπει πρώτα να ερευνήσουμε, να μελετήσουμε και να ενημερωθούμε για απόψεις- θέσεις αρχαιολόγων, παλαιοντολόγων, ιστορικών, τον Ηρόδοτο τον Θουκυδίδη όσο και τη μυθολογία (ως άγραφτη ιστορία), αλλά και άλλα αρχαία κείμενα.
 

***  κοιτίδα· από το ρήμα κεῖμαι = κοίτομαι [ε>ο] εἶμαι, εὐρίσκομαι, κοιμᾶμαι, σχετ. κοιτίς, κοιτών, κοίτη, ἄ-κοιτις [α αθροιστ.] = ο, η σύζυγος που ήταν ξαπλωμένοι στο ίδιο κρεβάτι. Απ’ εδώ και ο κατάκοιτος – ασθενής, αλλά και η κοιτάστρια, συνήθως ξύλο ή άλλος χώρος όπου κοιμούνται – κοιτάζουν οι όρνιθες.

 

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη