Η έρευνα δεν δογματίζει ούτε μεροληπτεί, αλλά αποκαλύπτει (Η περίπτωση τής Τουρκικής)

Τετ, 17/10/2018 - 20:17
«Μπάνιο» μια λέξη πολιτισμού

Αν και ο τίτλος φαντάζει “βαρύς” το περιεχόμενό του είναι δεδομένο και γνωστό. Αυτό σχετίζεται με την Τουρκική και τη σχέση της με τις άλλες (συγγενικές) γλώσσες. Να σημειώσουμε από την αρχή πως αυτή δεν ανήκει στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Όμως το ζήτημα δεν είναι πού ανήκει ή πού αποφάσισε να την κατατάξει το γλωσσικό ιερατείο ντόπιο και ξένο, αλλά ο αμφισβητούμενος λεξιλογικός της πλούτος με δεδομένο ότι οι Τούρκοι ως νομάδες Μογγόλων; και σκηνίτες συνεννοούνταν μεταξύ τους με όχι περισσότερες από 200 βασικές λέξεις (Κ. Παπαρρηγόπουλος) πριν αντικρίσουν τον πολιτισμό και φτάσουν στα Μικρασιατικά παράλια “δια πυρός και σιδήρου” εκδιώκοντας τους ντόπιους πληθυσμούς πόλεων όπως η Νίκαια, η Νικομήδεια, η Φώκαια, η Σμύρνη*...
Παρ’ όλα αυτά το θέμα μας δεν είναι ιστορικό και η αναφορά αυτή έγινε ακροθιγώς μια και αυτό αναφέρεται στη γλώσσα, η οποία βέβαια έχει άμεση σχέση με την ιστορία και τον πολιτισμό ενός λαού. Και επειδή θεωρώ πως υπάρχει μια γενικευμένη τάση στην ελληνική λεξικογραφία να χαρακτηρίζονται πολλές, όχι μόνο ελληνικές λέξεις, ως τουρκικές οι οποίες κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατοχής “πέρασαν” σ’ αυτήν ως δάνειες, θεωρώ αναγκαίο να γνωρίζουμε πως οι περισσότερες από τις “τουρκικές” λέξεις είναι ανατολικής προέλευσης από τις εθνικές γλώσσες Περσική και Αραβική.  Η μη αναφορά στο δεδομένο αυτό συνιστά εσκεμμένη; ανακρίβεια καθώς εμφανίζει μια γλώσσα με λεξιλογικό  πλούτο τον οποίο δεν είχε ποτέ.
Ερευνώντας το θέμα θα αναφερθώ σε όσα χαρακτηριστικά  γράφει το σημαντικότατο “Λεξικόν Τούρκο-Ελληνικόν” εκδ. 1899 του καθηγητή της Οθωμανικής και διευθυντή του Πατριαρχικού Οθωμανικού γραφείου  Ι. Χλωρού, ο οποίος ως βαθύς γνώστης, και λόγω της εργασίας του, βεβαιώνει πως οι λέξεις της γλώσσας αυτής κατά “τα τρία τέταρτα σχεδόν είναι αραβοπερσικαί και μόλις το εν τέταρτον καθαρώς τουρκικαί”.
Στο παρόν σημείωμα θα σταθούμε ενδεικτικά  μόνο σε κάποιες απ’ αυτές που θεωρούνται τουρκικές.
Αρχίζοντας από η λέξη συντριβάνι, της οποίας η ορθή ονομασία είναι συντιρβάνι (sadirvan), όπου οι ίδιοι οι Τούρκοι αποκαθιστούν την αλήθεια, αφού διευκρινίζουν πως η λέξη αυτή πέρασε στην τουρκική μέσα από συγγράμματα - καθώς άλλες πέρασαν μέσω της ισλαμικής θρησκείας**-. Επ’ αυτού γράφει το Ετυμολογικό λεξικό της Τουρκικής τού Ισμέτ Εΰπογλου (Ismet Zeki Eyuboğlu εκδ. 2004): Șadirvan, fars = περσική fârsi***, με τη διευκρίνηση ότι “στην τουρκική πέρασε από τον δρόμο των συγγραμμάτων”. Και ένα αφελές ερώτημα του γράφοντος. Δεν αναρωτήθηκαν  κάποιοι εραστές της τουρκικής και θιασώτες της αβάσιμης και αστήρικτης Ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, τί χρειάζονται λέξεις τεχνικού πολιτισμού σε περιπλανώμενους νομάδες, όπως ένας τεχνητός πίδακας; (ρ. πιδύω  = αναβλύζω). Από τα αραβικά δάνεια της τουρκικής θα περιοριστούμε σε κάποιες εύχρηστες λέξεις ακόμη και σήμερα, στα: χαΐρι, χατίρι,  ρεζίλι, χάλια (δεν είμαι καλά),  που κάποιοι τις θέλουν αβασάνιστα καθαρόαιμα τουρκικές, ενώ οι Τούρκοι τις χαρακτηρίζουν αραβικές! Όσο για τη λέξη χάλι -ια  είναι αρχ. Ελληνική(4). Είναι οι ίδιοι που μας λένε πως το ντουβάρι (τουρκ. duyar) είναι καθαρά τουρκική λέξη, ενώ το Türk etimologi του Εΰπογλου γράφει πως είναι Περσική (fars). Οι άνθρωποι αυτοί ως νομάδες ήταν λογικό να μην γνώριζαν από...ντουβάρια αλλά από σκηνές – καλύβες και παραπήγματα όπου είχαν τις κατοικίες τους. Ακόμα προβληματίζει ο χαρακτηρισμός της λέξης “καλντερίμι” που κατά την παραπάνω λογική είναι ο ελληνικός καλλίδρομος kalldromos ή καλλιδρόμιον το οποίο με παραφθορά το είπαν “kaldirim”. Ακόμα και ο ωραιότατος τούρκικος μπακλαβάς πήρε το όνομά του από την Αρμενία, όπως και ο μπακάλης (bakkal). Αλλά και το ουσιαστικό απάτη  (τουρκ. dolandirma & dolandirisi 
= απατεώνας) προέρχεται από το ελληνικό δόλος, καθώς και το αλισβερίσι ελλην. δοσοληψία**** (τουρκ. alișveriș) α.ε αλίσβη= απάτη.

Η λέξη ρεζίλι (τουρκ. rezil olma [olmak= είμαι, γίνομαι, έχω es. tr.]) είναι Αραβική. Κάποιοι ίσως νομίζουν πως και το δεφτέρι είναι τουρκική. Όμως και αυτή προέρχεται από την α.ε διφθέρα (τουρκ. defter ) όσο για το ντουλάπι (τουρκ. dolap) αυτό είναι το αραβικό dullâb. Ας σταματήσουμε (προς το παρόν) στη λέξη yavru που προέρχεται από την α.ε λέξη αβρός η οποία ερμηνεύεται ως απαλός, μαλακός, τρυφερός, χαριτωμένος, με λεπτούς τρόπους. Κατά το Ετυμολογικόν  Μέγα (Ε.Μ) αβρός ο κούφος βαίνων, κατά στέρησιν του βάρους...παρά το βάρος και το στερητικόν άλφα, αβαρός και κατά συγκοπήν αβρός... αβρός ούν απαλός, παρά το άπτω ή κατά στέρησιν του βάρους, κούφος και ελαφρός.

Το Ετυμολογικό Λεξικό τού Σταύρου Ν. Βασδέκη γράφει σχετικά: ἁβρός (δασ.) [σαίνω (ρίζα σα-) + φέρω (φ>β) > σαφρός > αβρός (το σ σε δασεία) ο περπατών, κινούμενος με κομψό τρόπο, ευλύγιστος τρυφερός. Εκτός εάν εκ του αήρ, βαβήρ > αβήρ > αβρός (το β σε δασεία), διότι και τώρα αποκαλούμε τον τοιούτον “αεράτο”... Να υποθέσουμε πως δεν γνωρίζουμε; ή δεν παίζουν κανένα ρόλο, πως το μικρό πουλάκι τής καρδερίνας το λέμε γιαβρί, όπως και η επίκληση “γιαβρί μου” σε νεαρό και ευχάριστο πρόσωπο, μας είναι άγνωστα;

Τέλος το χαΐρι (τουρκ. hayir) που οι Τούρκοι το ερμηνεύουν όπως στα ελληνικά δηλ. προκοπή, ευεργεσία, απόλαυση, απολαμβάνω. Από το α.ε χαίρω, χαιρηδών, όπως ρ. αλγώ – αλγηδών. Κάποιοι την θέλουν Αραβική ή Περσική... 

Σε μας απομένει να ευχηθούμε καλορίζικα και καλά χαΐρια... Όμως με τα μυαλά που έχουμε, χαΐρι και προκοπή δεν γίνεται.

 

Διευκρινιστικές και αναγκαίες σημειώσεις - προσθήκες

Η Τουρκική ανήκει στις Αλταϊκές γλώσσες μαζί με την Αζερική, Ουζμπεκική, Τουρκμενική, Κιργιζική Καζακική, Ταταρική, γλώσσες που πρωτομιλήθηκαν στις στέπες της κεντρικής Ασίας γύρω από την οροσειρά Αλτάι. Ωστόσο  οι γλώσσες αυτές παρουσιάζουν μόνο κάποιες ομοιότητες και μόνο λίγες λέξεις είναι κοινές, πράγμα που αμφισβητεί την θεωρεία τής κατάταξης των γλωσσών σε οικογένειες, πέραν τών όποιων σκοπιμοτήτων που μας λένε για Ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία κ.α με δεδομένο ότι στις μακρινές αυτές εποχές οι άνθρωποι ζούσαν κατά ομάδες απομονωμένες. Αυτό αποτελεί  και αιτία διαφωνίας στους Ευρωπαίους ασιανολόγους ως προς την κατάταξη των Τουρκικών γλωσσών, ανερχομένων κατά τινας εις εβδομήκοντα (από τα προλεγόμενα του Λεξικού τού Ι. Χλωρού).

Ακόμα προβληματίζει το επιστημονικοφανές της άποψης ότι οι πολιτισμοί που εκφράζουν οι κοινωνίες από τις οποίες γεννήθηκαν οι γλώσσες δεν μπορεί να συγκριθούν. Αν κατάλαβα καλά, γλώσσα και πολιτισμός είναι ανεξάρτητα και δεν σχετίζονται με τα υλικά αλλά πρωτίστως  με την πνευματικά δημιουργήματα του ανθρώπου(!). Αντίθετα, είναι δεδομένο ότι η γλώσσα και ο πολιτισμός θεωρούνται σαν δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ας είναι...για όσους νομίζουν έτσι. Όμως κατά τον γράφοντα δεν απέχουν της σκοπιμότητας.

* Διαβάζουμε στον πρόλογο του Λεξικού του Ι. Χλωρού “Τούρκοι είναι οι μη εισελθόντες εις τας πόλεις αλλά διάγοντες βίον νομαδικόν. Εκκαλούντο δια του κοινού ονόματος Τούρκοι και Ογούζ... Ακολούθως το όνομα Τούρκος εσήμαινε “χωρικός” το δ’ όνομα Ογούζ, αφελής, απλοϊκός.

** και συνεχίζει: “Οι Τούρκοι παραλαβόντες τον Ισλαμισμόν εκ των Αράβων εισήγαγον δια της μελέτης των θρησκευτικών συγγραμμάτων, μέγαν αριθμόν Αραβικών λέξεων σχετικών προς την θρησκείαν και άλλα βαθυτέρα όμως μελέτη πείθει ότι ο ξένος ούτος γλωσσικός πλούτος εισήλθεν εις την Τουρκικήν μάλλον δια της Περσικής γλώσσης και φιλολογίας”. Επί του προκειμένου δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως τα παλαιότερα μνημεία τουρκικής γραφής τα βρίσκουμε τον 6ο ως τον 10ο αι. και κατ’ άλλους τον 12ο μ.Χ

 *** Η λέξη φαρσί δεν είναι επίρρημα συνώνυμο του “απταίστως” αλλά το όνομα της ίδιας της Περσικής γλώσσας η οποία μιλιέται εκτός από το Ιράν, στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, το Τατζικιστάν...
(4) Η λέξη ερμηνεύεται ως κακή κατάσταση, συμφορά
το Ετυμ. Magnum την ερμηνεύει...από του χαλάν τας φρένας προς το πάθος, και από το χάλις οίνος πρβλ. τη φρ. “με ’καμε χάλια το κρασί”.

Τη λέξη αναφέρει και ο Τζέτζης (βλ. Scholia Tzetzae διαδίκτυο) “χάλιν μεν, παρά το χαλάν την ίνα (ήγουν δύναμιν)” πρβλ. μυϊκές ίνες.  Τουρκ. kӧtü hal = άθλια κατάσταση (kӧtü = άσχημος κακός xal = εμφάνιση, κατάσταση, χάλι) βλ. Etymologicum Graecae linguae λ. Κότος οργή, θυμός, κίνηση σχετ. λ. αποκοτιά, τόλμη (εκφρ. “αν κοτάς...”) ριψοκινδύνευση αλλά και κότινος αρχ. βραβείο στεφάνι αγριελιάς με το οποίο για να στεφανωθεί κανείς ως νικητής έπρεπε να τολμήσει να κουραστεί, ακόμα και να κινδυνέψει. Και ο γράφων ακόμα τολμά και...διακινδυνεύει, όχι μόνο να μελετά αλλά και να εκτιμά ανάλογα τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα, παρόλο που για κάποιους δεν αποτελούν αξιόπιστες πηγές ετυμολογήσεων!!!.

**** Όντως η λ. αλισ(ι)βερίσι στην καθημερινή συνομιλία σημαίνει μη καθαρή συναλλαγή.
Εκτός από τα λεξικά που προαναφέρονται χρησιμοποιήθηκε και το ΕΛΛΗΝΙΚΟ  ΛΕΞΙΚΟ Yunanca El Sӧzlüğü τού İbrahim Kelağa Ahmet.

 

knafpl@hotmail.com

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη