
Εκ προοιμίου θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως παραπλήσια ρήση έχει γίνει και από τον Αντισθένη, μόνο που αυτή μάς λέει: Ἀρχή σοφίας ὀνομάτων επίσκεψις. Έχουμε όμως και τρίτη φράση που μας λέει Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου (Παλ. Διαθ. Παροιμ. Α. 7)*.
Εμείς βέβαια δεν θα μιλήσουμε για φόβο, αλλά για γνώση… και γι’ αυτό δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα ονόματα ή και η χρήση των ονομάτων ήταν (και είναι) δείγμα πολιτισμού, αλλά και (στην περίπτωσή μας) δηλωτικό της ατομικότητας τού φέροντος.
Επί πλέον, το όνομα είναι αυτό με το οποίο ξεχωρίζει ο ένας από τον άλλο καθ’ ότι “ὄνομα ἐστί τό διαμερίζον ἕκαστον ἀπό τοῦ ἑτέρου”.
Είναι δε βέβαιον ότι τα ονόματα δεν ετέθησαν τυχαία και οι λέξεις δεν είναι συμβατικές, καθότι υπάρχει λογική σχέση σημαίνοντος και σημαινομένου.
Και κατά τον Αριστοτέλη “Ὁ λόγος , ἐάν μή δηλοῖ οὐ ποιήσει τό ἑαυτοῦ ἔργον” (Ρητορική Γ. 2. 149). Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ποικιλία ονομάτων -ακόμα και για το ίδιο πρόσωπο- λόγω φιλοκαλίας, αλλά και πλούτου ονομάτων -ως προς τη σύνθεση αυτών- καθώς και ευφυίας.
Τότε εμφανίστηκαν και οι λεγόμενοι “ὀνοματοθῆραι” οι οποίοι ανύψωσαν την ονοματοποιία σε πνευματική ηδονή. Είναι γνωστό πως στο κύριο όνομα προσέθεταν -στη γενική πτώση- και το πατρώνυμο π.χ. Θουκυδίδης Ολόρου, Αλέξανδρος Φιλίππου, Μιλτιάδης Κίμωνος, Θεμιστοκλής Νεοκλέους κ.λπ.
Επίσης για πληρέστερη δήλωση τών ονομάτων ακολουθούσε και το όνομα τού τόπου που γεννήθηκαν όπως π.χ Θουκυδίδης Ολόρου Αλιμούσιος ή Αθηναίος, Ηρόδοτος ο Αλικαρνασσεύς, Βίων ο Πριηνεύς, Λυκούργος ο Λακεδαιμόνιος, Διόδωρος ο Σικελιώτης κπα.
Πολλές φορές ο γιός έπαιρνε το όνομα τού πατέρα, και όπως διαβάζουμε, στον Όμηρο “πατρόθεν ἐκ γεννεῆς ὀνομάζον ἄνδρα ἕκαστον” π.χ Ἀχιλλεύς Πηλείδης, Ἀγαμέμνων Ἀτρείδης, Οδυσσεύς Λαερτιάδης** (γιός του Λαέρτη), Τηλέμαχος Οδυσσείδης. κοκ. Να συμπληρώσουμε στο σημείο αυτό, πως, αν και τα ονόματα τών αχρ. Ελλήνων εδόθησαν όχι τυχαία, αλλά για κάποιο λόγο, παρ’ όλα αυτά μπορούσαν να τα αλλάξουν[1] για διαφόρους λόγους και αιτίες όπως π.χ να πάρουν αργότερα ονόματα ενδεικτικά των ικανοτήτων τους ή των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών τους όπως π.χ ο Πλάτων ελέγετο Αριστοκλής, και μετονομάστηκε σε Πλάτων, λόγω του ότι είχε πλατύ στήθος ή “διά τό τοῖς λόγοις πλάτος τοῦτο ἐπονομάσθη πρότερον καλούμενος Ἀριστοκλῆς”, αλλά και “διά τό εὔρος τῆς σκέψεώς του”.
Ο διάδοχος τού Αριστοτέλη στο Λύκειο λεγόταν Τύρταμος και κατόπιν Εὔραστος και στη συνέχεια Θεόφραστος “διά τό τῆς φράσεως θεσπέσιον”. Η Σαπφώ στην Αιολική διάλεκτο ελέγετο Ψάπφα δηλ. ψαλμωδός.
Ο Ευριπίδης Μισογύνης, ο Δημοσθένης Βάτταλος από Βαττάλου τινός αυλητού [ισχνόφωνος, επειδή ετραύλιζε και δεν μπορούσε να προφέρει το ρ] βλ. (Ε Μ) λξκ. Ησυχίου & liddell – scott. Να πούμε ακόμα, πως, όπως και σήμερα οι αρχαίοι είχαν παρατσούκλια· όπως π.χ ο γιατρός Διοσκουρίδης ελέγετο Φακάς “διά τούς ἐπί τῆς ὄψεως φακούς”.
Ο φιλόσοφος Κλεάνθης ἐκαλεῖτο Φρεάντλης “ὥς γε πένης ὤν ἄγαν ὥρμησε μισθοφορεῖν, καί νύκτωρ μέν ἐν τοῖς κήποις ἤντλει, μέθ’ ἡμέραν δέ τοῖς λόγοις ἐγυμνάζετο· ὅθεν καί Φρεάντλης ἐκλήθη” (Διογ. Λαέρτ. 7.168) Η λέξη ετυμολ. από το φρέαρ + ἄντλης. Άντλος = αμπάρι τού πλοίου, ακάθαρτο νερό (σαβούρα - ἕρμα) που βάζουμε στο αμπάρι [ρ. ἀντλῶ])[2].Τισίας· αρχ. λυρικός ποιητής ο οποίος “ἐκλήθη Στησίχορος “ὅτι πρῶτος κιθαρῳδίας χορόν ἔστησεν”.
Ο Οἰδίπους οφείλει το όνομά του στα πρησμένα – φουσκωμένα (οἰδήματα) των ποδιών του. Η Ἠλέκτρα αρχικά είχε το όνομα Λαοδίκη, και επειδή έμενε ἄλεκτρος (ανύπαντρη) περιμένοντας τον αδελφό της Ορέστη ονομάστηκε Ηλέκτρα. Ο Ορέστης πήρε το όνομά του εκ του ὄρνυμαι = ξεσηκώνομαι, εγείρομαι – εξεγείρομαι για να εκδικηθεί τον θάνατο τού Αγαμέμνονος. Ἰφιγένεια, ως κόρη τού Αρχιστράτηγου – δηλ. καταγόμενη από ισχυρό γένος - (ἶφι = κραταιός ισχυρός).
Ελένη, επειδή θαμπώνει με το φώς της ομορφιάς της πρβλ. ωραία Ελένη σχετ. λαμπάς- δα (λάμπει) ρίζα “σελ” = φως πρβλ. σελήνη, σέλας. Πηνελόπη → ἡ τό πηνίον (μίτος γιά ύφανση) ἐλαύνουσα (ελαύνω = θέτω εις κίνησιν, πλήττω δηλ. υφάντρια ρ. υφαίνω (liddell - Scott). Την Πηνελόπη ο Όμηρος την ύμνησε ως “Ἱκαρίου παῖδα πολυζήλωτον...σῶμα, ἀρετήν καί κῦδος ὑπέρτατον...” . Ἀγαμέμνων: ο ἄγαν ἐπιμένων (ο επίμονος) μίμνω = μένω. Αἴας = ο ορμητικός ρ. ἀΐσσω, ἀϊκή = ορμή.
Ο Πρίαμος[3] (ρ. πρίημι & πρίαμαι = αγοράζω, δηλ. ο εξαγορασθείς) αρχικά ονομαζόταν Ποδάρκης (δηλ. γρήγορος στα πόδια [πούς + ἀρκέω] δηλ. αρκετός στα πόδια) μετονομάστηκε σε Πρίαμο όταν η αδελφή του Ησιόνη τον εξαγόρασε εκ της δουλείας τού Ηρακλέους. Την ονομασία αυτή έδωσε ο Όμηρος και στον Αχιλλέα (ποδάρκης δῖος{καταγόμενος από τον Δία}. [ΕΜ]). Ως προς το ρ. πρίαμαι & πρίημι να πούμε πως είναι σχετικό με το ὠνέομαι- οῦμαι στην ενεργητ. φωνή (και σπανίως με παθ. διάθ.) είναι ἐπριάμην, απαρ. πριάσθαι, μετχ. πριάμενος. Απ’ εδώ παράγονται η ὠνή = αγορά, ὤνιος = ο αγοραστός (πρβλ. ὠνίων) ”ὠνή & πράσις” = αγορά και πώληση -αγοραπωλησία. Να διευκρινίσουμε πως, αντίθετο του πιπράσκω είναι το πρίαμαι = αγοράζω από το εξωτερικό κυρίως. Το όνομα Ἓκτωρ ουσιαστικά σημαίνει τον διάδοχο τού θρόνου, αυτόν ο οποίος θα “ἕξει” δηλ. θα αποκτήσει την βασιλεία μετά τον Πρίαμο. Ας τελειώσουμε (προς το παρόν) με το όνομα Πάτροκλος που σημαίνει το κλέος τής πατρίδας (πάτρα[δωρ.]+ κλέος).
⁕ Ίσως θα πρέπει να πούμε πως το ρήμα αγοράζω στην αρχή σήμαινε “είμαι στην αγορά” όπου γινόταν συνάθροιση λαού και στη συνέχεια τόπος πώλησης και αγοράς.
(βλ. λξκ. Των ρημάτων Της Αττικής Πεζογραφίας Γ. Ν. Παπανικολάου δ’ εκδ. Παπαδήμα 1986.
Επίσης οι αρχαίοι έδιναν στα παιδιά τους ονόματα τα οποία δήλωναν αρετές που ευχόταν να πάρει το παιδί στη ζωή του· όπως πχ. αν ένας πατέρας επιθυμούσε να γίνει ο γιός του στρατηγός, του έδινε όνομα όπως Αριστόμαχος, Αλκιδάμας ή Λάμαχος, Αλέξανδρος κ.α και αυτό γιατί γνώριζαν πως το όνομα επιδρά στην προσωπικότητα τού φέροντος.
Παρ’ όλα αυτά οι χρήση παρωνύμων (σημερ. Παρατσούκλια) χαρακτήριζαν ακόμα και θεούς. Ενδεικτικά να αναφέρουμε πως, ο Ήφαιστος “διά τήν χωλότητα” ελέγετο Κυλλοποδίων, Βραδυσκελής και Ίρος κατ’ ευφημισμόν· αναφέρεται στην Οδύσσεια ως όνομα κύριον και σημαίνει φτωχός και πένης βλ. [ΕΜ] & λξκ. ΟΜΗΡ. Πανταζίδου. Ο πλούτος φαίνεται καθαρά και από τα προσωνύμιο τής Αθηνάς ως γλαυκῶπις, δηλ. έχουσα σπινθηροβόλα και αστραφτερά μάτια, αλλά και βοῶπις = μεγαλομάτα Παλλάς διότι έπαλλε το δόρυ και είχε υπό την προστασία της την Αθήνα, επομένως πολεμική, κουροτρόφος αλλά και παιφάσσουσα ρ. παιφάσσω προσβλέπω με λάμποντας οφθαλμούς - φωτεινά μάτια ετυμ. εκ του “φάος”, “φαιφάσσω” → παιφάσσω βλ. (Ομ. Ιλ. Β 450), Τριτογένεια (Δ 515).
Η Άτρεμις αρχικά είχε το προσωνύμιο Ελαφηβόλος και ἰοχέαιρα [ἰός + χέω] η τα βέλη εκχέουσα δηλ. η τοξεύτρια – τοξοβόλος η ρίχνουσα βέλη τοξικά – δηλητηριώδη. Η Ήρα εκτός από το επίθετο “βοῶπις” ελέγετο και Λευκώλενος, Χρυσόθρονος , Χρυσοπέδιλος, αλλά και κυδρή παράκοιτις τού Διός (Κυδρός – η -ο [κύδος] ένδοξος, κλεινός, έντιμος, καμαρωμένος (λξκ. ΟΜΗΡΙΚΟΝ Ι. Πανταζίδου εκδ.Ι .Ν ΣΙΔΕΡΗ 1930). Ο Απόλλων ως Φοῖβος δηλ. φωτεινός, Μουσαγέτης αλλά και Δήλιος ως γεννηθείς στη Δήλο. Ο Άρης, Ανδροφόνος αλλά και Δολοπλόκος….
Τέλος θα πρέπει να επισημάνουμε πως οι θεοί των Ελλήνων ήσαν πολυώνυμοι (είχαν πολλά ονόματα) όπως ο κατά τον Όμηρο “Πατήρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε” δηλ. ΖΕΥΣ είχε περί τα 500 προσωνύμια, η Ήρα (θυγάτηρ τού Κρόνου και σύζυγος τού Διός) περί τα 150, ο Ποσειδών περί τα 70, ο Απόλλων περί τα 200, η Αθηνά περί τα 200 κοκ.
* Ωστόσο, είναι αμφίβολο αν ο φόβος οδηγεί τον άνθρωπο να γίνει ενάρετος.
Να σημειώσουμε επ’ αυτού, πως ένας από τους τρόπους φοβισμού είναι πρότυπο των ασκούντων εξουσία (πνευματική ή πολιτική) γιατί ο φόβος συσκοτίζει την κρίση και καθιστά τους πολίτες υποχείριους. Κατά τον Κυνικό φιλόσοφο Αντισθένη “ Ὅστις δέ ἑτέρους δέδοικε, δοῦλος ὥν λέληθεν ἑαυτόν” δηλ. αυτός που φοβάται τους άλλους γίνεται δούλος χωρίς να το καταλάβει.
** Αξίζει να αναφέρουμε πως ο Όμηρος εξυψώνει τον Οδυσσέα δίνοντάς του περί τα 50 κοσμητικά επίθετα, όπως: Πολύτροπος [πολυμήχανος], δαῒφρων [εμπειροπόλεμος], θείος, δῖος [υπεράνθρωπος, ισχυρός], ταλασίφρων [καρτερικός, υπομονετικός] ἰσόθεος κπα. Αν και το όνομα Οδυσσεύς προέρχεται από το ρ. ὁδύσσομαι = οργίζομαι, μισώ… “τῷ μέν ἔπειτα ὀδύσαντο θεοί” (Ιλ. Ζ 138). αυτό προφανώς για κάποιες ανόσιες πράξεις που έπραξε κατά τον Τρωικό πόλεμο. Παρά ταύτα οι πολλές αρετές τού Οδυσσέα τον έκαναν αγαπητό στους ανθρώπους και γι’ αυτό είχε πολλούς φίλους “πολλοῖσιν Ὀδυσσεύς ἔσκε φίλος” (Οδ. τ. 239) Εθεωρείτο δε μεγάλη τιμή να καλείς τους άνδρες με το πατρογονικό τους όνομα”πατρόθεν ἐκ γενεῆς ὀνομάζων ἄνδρα ἕκαστον” (Ομ. Ιλ. Κ 68).
[1] Ο Δημοσθένης (Προς Βιωτόν), διευκρινίζει ότι “τους γονέας θέσθαι ἐξ ἀρχῆς, καί πάλιν ἐξαλεῖψαι ἐάν βούλωνται” (εννοεί τα ονόματα).
[2] Πολλά επίθετα και σήμερα πηγάζουν από ελαττώματα (παρατσούκλια) ή και αρετές όπως Κουφός, Κεφάλας, Κεφαλάς, Χειλάς, Κοντός & Κόντος, Χονδρός, Λιγνός, Τσάκαλος – ας, Κολοβός, Λεβέντης, Μαυρομάτης, Γαλανός, Πλουμιστός – η, Σαλιάρης, Αθάνατος, Φακύρης, Τσαλαβούτας, Πατσαβούρας, Ρουθούνας, Λάλος, Ληστής, Ψάρας, Κωλάρας, Κόκορας, Ψωμάς κπα.
[3] Άλλη εκδοχή (λξκ. Ομηρικόν Πανταζίδου) στο λήμμα Πρίαμος αναφέρει: Μετά τον θάνατον τού Έκτορος παρακολουθούμενος υπό του Ερμού έρχεται εις την σκηνήν τού Αχιλλέως και δια πολλών δεήσεων και πλουσίων λύτρων εξαγοράζει τον νεκρόν τού υιού προς ταφήν.

































