Η φιλοσοφία και οι κοινωνικές αντιφάσεις

Πέμ, 02/05/2019 - 16:22
«Μπάνιο» μια λέξη πολιτισμού

Η φιλοσοφία είναι ανεξάντλητη και όπως ακριβώς η σοφία δεν έχει τέλος. Αν και στη φιλοσοφία το “όχι” φράζει δρόμους και αντανακλά στην άρνηση, εντούτοις δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο με βάση μια νέα πρόταση να συλλάβει το νόημα του κόσμου μακριά από την εσχατολογία, και να επικεντρωθεί στην κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία, την πολιτική οργάνωση του κράτους, την πολιτική εξουσία, τις ελευθερίες, τους νόμους και τους θεσμούς, τα δικαιώματα των πολιτών...όπου οι παραβάσεις ή οι παρεκτροπές θα αξιολογούνται με κοινωνικά και νομικά κριτήρια και όχι μιας μέλλουσας και τελικής κρίσης. Επί του προκειμένου η φιλοσοφία μάς βοηθά να υπερβούμε την υπακοή σε εντολές κανόνες και δεδομένα, αλλά και κάθε φραγμό στην εξέλιξη προς το καλύτερο, με στόχο την αλλαγή στη σκέψη. Είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε όμως, πως η υπέρβαση αυτή έχει ως προϋπόθεση το θάρρος και πλεονέκτημα τη δύναμη. Η γνώση σε αποτρέπει όχι μόνο να αποδέχεσαι την “πραγματικότητα” ως αλήθεια, αλλά να έχεις ως μοναδικό στόχο το ξεπέρασμα τής παρακμής και της σήψης η οποία προέρχεται από την πραγματικότητα αυτή.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι να αντιληφθεί κανείς την τραγικότητα της ζωής, αλλά το πως θα την αντιμετωπίσει έχοντας ως στόχο την κάθαρση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτή την αποκτά κανείς ύστερα από μακρόχρονη πείρα, κατανόηση, θάρρος αλλά και γνήσια αξιολογική διάθεση δεδομένων. Γιατί στην περίπτωσή μας “κάθαρση” δεν σημαίνει βεβαιότητα, τέλος, ούτε και μόνιμη κατάφαση, αλλά το τέλος μιας τραγικής πορείας και την αρχή πνευματικής ακμής, η οποία θα επέλθει μέσω του πνευματικού εξαγνισμού που θα αποτρέπει την παρανόηση τής φύσης, και δεν θα συμπορεύεται με νόμους που διαιωνίζουν την παρακμή (αφού δεν στοχεύουν στην ακμή). Προϋπόθεση για την υπέρβαση αυτή είναι να αναγνωρίζει κανείς ως τέλος τον θάνατο, ή αν προτιμάτε, να μην καταφάσκει στην αντίφαση μιας ζωής μετά θάνατον. Γιατί, αυτή δεν μπορεί να θεμελιωθεί φυσικά και ρεαλιστικά παρά μόνον αν την δούμε ως θέμα πίστης. Η αντιδικία στην περίπτωσή μας θαρρώ πως περιττεύει. Ωστόσο το “είθε” δεν καλύπτει την αμφισβήτηση... Εάν η προώθηση της ”αλήθειας” στηρίζεται στην απάτη, αυτό όχι μόνο σήμερα, αλλά μέχρι και σήμερα, μας δίνει το δικαίωμα να εκτιμήσουμε αλλά και να πούμε, πως κάποιοι αποτυγχάνουν ακριβώς γιατί δεν έδωσαν σημασία στην αρχαία υπόμνηση “τάς λεωφόρους μή βαδίζειν” δηλ. να μην παρασύρονται από τη γνώμη των πολλών; Ακόμα είναι ανάγκη να κατανοήσει κανείς την ανθρώπινη φύση η οποία ρέπει προς το ψέμα και την ανειλικρίνεια. Και όποιος το αντιληφθεί αυτό μπορεί να μη γίνεται συνένοχος, όμως υποφέρει πραγματικά· ακριβώς γιατί είναι “όποιος” δηλ. μειονότητα και δεν ανήκει στη μάζα του κοινωνικού συνόλου.

Πιθανόν τα βιβλία να είναι ένας τρόπος που βοηθάει τους αγαπητικούς τέτοιων περιπτώσεων. Όμως αυτό που προωθεί τον στοχασμό, είναι η σκέψη και μάλιστα η δημιουργική σκέψη, της οποίας το γνώρισμα είναι αν όχι η επίτευξη άμεσου αποτελέσματος, τουλάχιστον η συμβολή στη δημιουργία ιδεών οι οποίες κατά μία άποψη αντιβαίνουν ηθική με διπλή προοπτική δηλ. την προσωπική αλλά την του σύμπαντος κόσμου. Εν τοιαύτη περιπτώσει, λογικά μπορεί να εκτιμήσει κανείς πως ο ηθικός άνθρωπος βρίσκεται πιο κοντά στο νοητό κόσμο, στις θρησκευτικές αρχές της ηθικής όπως και στις μεταφυσικές αρχές· παρότι και ο ίδιος υφίσταται την “κοινωνική ανηθικότητα”. Εντούτοις, αν κανείς είναι “ηθικός”, γίνεται περισσότερο για να αποφύγει την κοινωνική αποδοκιμασία. Ουσιαστικά υποκρίνεται... Και η στέρηση μιας φυσικής ζωής από μια πλευρά δηλώνει την αλήθεια κάποιων που στοχάζονται το επέκεινα και για τον λόγο αυτό είναι ευεπίφοροι στο να υποκύπτουν σε κοινωνικές και ηθικοπλαστικές αναγκαιότητες*.

Το σημαντικό όμως για κάθε έμψυχο (ή άψυχο) στη φύση είναι να πραγματώσει το σκοπό του (εντελέχεια κατά τον Αριστοτέλη)· και ο τρόπος για την πραγμάτωση αυτή δεν βρίσκεται στην υπακοή ή στην τιμωρία, αλλά θα προέλθει μέσα από τη γνώση των δεδομένων και αν αυτά εκτιμώνται ή και αποδεικνύονται ως αλήθειες ή ψεύδη. Γι αυτό είναι λογικό να μην παραβλέπει κανείς, πως ρυθμιστής τής πραγματικότητας πρέπει να είναι ο άνθρωπος που δεν αιθεροβατεί, δεν είναι κίβδηλος, νοιώθει ελεύθερος αλλά ούτε και υπηρετεί φθοροποιές φαντασιώσεις.

Καλά θα κάνει όποιος θέλει να είναι ή να αισθάνεται δημιουργικός ή προοδευτικός όχι μόνο να αμφιβάλει αλλά να αρχίσει να γκρεμίζει παραδοχές**, “αξίες” και ηθικολογίες οι οποίες όχι μόνο δεν είναι δείγματα προόδου, αντίθετα αποτελούν στοιχεία παρακμής· την οποία αν τη δει κανείς στο βάθος, θα καταλάβει πως είναι συνυφασμένη με το ψεύδος που χαρακτηρίζει τον αγελαίο και τον εκμεταλλευτή άνθρωπο του οποίου η επιχειρηματολογία στηρίζεται όχι σε πράξεις -έστω ηθικές –, αλλά και σε εκτός λογικής “αποδείξεις” που καθορίζονται από μια σκανδαλώδη πίστη, η οποία ωστόσο είναι και αυτή μια νόμιμη πνευματική εκδήλωση του ανθρώπου, όμως προβληματικό θεμέλιο μιας ηθικής, που δεν επιδέχεται το “ίσως” δηλ. δεν δέχεται άλλες πιθανές εναλλακτικές εκδοχές πέραν από τη διάζευξη της κόλασης και του παράδεισου. Η λογική όμως αυτή στερεί την πνευματική ελευθερία τού ανθρώπου, σε αντίθεση με τον φιλοσοφικό στοχασμό που είναι ο προβληματισμός και η αναζήτηση της αιτίας, ακόμη και για το πρόδηλο.

Παρόλα αυτά εάν ο φιλόσοφος για κάποιους ασχολείται με παραδοξολογίες, προκύπτει η λογική απορία: τότε γιατί να ασχοληθεί κανείς με αυτήν; Να πούμε λοιπόν, πως οι φιλόσοφοι, επιδιώκουν ή πρέπει να επιδιώκουν να βρούνε ακόμα και να δικαιολογήσουν εναλλακτικά σενάρια ή υποθέσεις για το πως θα ήταν τα πράγματα αν επιβεβαιωνόταν μια θεωρία. Πράγμα που είναι αδύνατο να επιτρέψει η θρησκευτική πίστη, από την οποία απουσιάζει το στοιχείο τής ελευθερίας αφού επικρατεί η διάζευξη “ή”.

Αν και η φιλοσοφία αντιδιαστέλλεται προς την επιστήμη, εντούτοις η ελευθερία του πνεύματος δεν πρέπει να είναι “Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας”, γιατί βασίζεται στην καθημερινή αναζήτηση και επιδιώκει την τεκμηρίωση της αλήθειας μακριά από το εγώ ή δυϊστικές απόψεις της ανθρώπινης φύσης.

Επί του προκειμένου όμως έχει αξία να αναφέρουμε και να κλείσουμε με τη θέση τού Marx που μας λέει: “Οι φιλόσοφοι εξηγούσαν μόνο τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Το ζήτημα είναι να τον μεταβάλλουμε” (εννοείται προς το καλύτερο).

 

* Παρ’ όλα αυτά δυσκολεύεται κανείς να πιστέψει, πώς ένας άνθρωπος που εμπνέεται από τους κανόνες της ειλικρίνειας, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης ή της συγχώρεσης, θα ζούσε εύκολα μέσα σε ένα κοινωνικό βόρβορο, εάν δεν πίστευε ή δεν βασιζόταν πάνω σε μεταφυσικές αρχές. Το ζητούμενο όμως είναι να ζήσει κανείς σε μια τέτοια κοινωνία με διαφορετικό κριτήριο συμπεριφοράς, που θα κινείται εντός των ανθρώπινων αδυναμιών, χωρίς βέβαια να αντιβαίνει και να απορρίπτει τους παραπάνω κανόνες.

** Όσον αφορά την πολιτική, ο ίδιος ο Μαρξ πιστεύει ή παραδέχεται αυτό που δεν γνωρίζουν; ή δεν παραδέχονται; πολλοί που επικαλούνται τον Μαρξισμό (βλ. “Τι λέει ο Μαρξ για την ελευθερία και τη δημοκρατία” εκδ. “Σωκράτης” Αθήνα 1979).

 

knafpl@hotmail.com

 

 

 

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη