Γλώσσα – ένας έρωτας που δεν χρειάζεται ανταγάπηση - Γλωσσικός ύμνος

Τρί, 02/07/2019 - 10:57

Όπως έχει επισημανθεί και σε προηγούμενα αντίστοιχα κείμενα, Γλώσσα είναι έκφραση τής σκέψης καθώς έχει άμεση σχέση με τη νόηση του ανθρώπου, και με βάση τη νόηση αυτή καθοδηγούνται πιθανότατα και οι ανθρώπινες σκέψεις και αποφάσεις. Για τη γλωσσική σχέση, όπως για κάθε σχέση, δεν αρκεί ο ενθουσιασμός. Χρειάζεται απόφαση. Παρόλα αυτά αν και το θέμα σε συναρπάζει, ο περίγυρος σε προβληματίζει και οι απογοητεύσεις συχνές. Η Γλώσσα δεν εκφράζει μόνον την αλήθεια του υποκειμένου, αλλά διαχέεται σ’ όλη την ύπαρξη αναζητώντας μέσω τής αμφισβήτησης και του στοχασμού να φωτίσει και να καθοδηγήσει το διαλογίζεσθαι τού ανθρώπου και πέραν τού ορατού. Αν και η γλώσσα φύεται πάνω στη ρέουσα αίσθηση τού παρόντος, εντούτοις δεν δίνει μόνο ορισμούς, αλλά παράγει έννοιες, διανοήματα, κρίσεις, και καταλήγει στον έναρθρο λόγο. Κατ’ αυτή την έννοια η γλώσσα υπερβαίνει τη συμβατική δομή και αντανακλά τη νοησιαρχική ή “ανοιχτή δομή” η οποία βρίσκει εφαρμογή στον φιλοσοφικό στοχασμό στον οποίο δεν είναι αυτονόητο ότι οι αισθήσεις μας εισάγουν πραγματικά δεδομένα. Όσο και αν κάποιοι έχουν τη γνώμη, πως κάποιες λέξεις που μεταχειρίζονται οι φιλόσοφοι (και όχι μόνο) για να περιγράψουν ή να τις  νοηματοδοτήσουν, χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση*, εντούτοις κατά το μάλλον ή ήττον έχουν δεδομένο νόημα, και όσο και αν αναλυθούν περαιτέρω δεν θα μπορούσαν να διαφοροποιηθούν τα νοήματα λέξεων όπως: “Ον”, “Είναι”, “Υπάρχειν”, “Ύπαρξη”, “Φαίνεσθαι”, “Γίγνεσθαι”, “Λόγος”, “νόηση”, “Συνείδηση” κ.τ.ο.

Η γλώσσα δεν είναι ούτε πρέπει να τη βλέπουμε ως πρωτογενή έκφραση, αλλά έχει το προνόμιο και μέσω της έκφρασης να επικοινωνεί τα βαθιά διανοήματα του ανθρώπου ως κορυφαία μορφή του λόγου. Και όπως αναφέραμε ήδη, ο λόγος έχει ως προϋπόθεση τη σκέψη, τη διάνοια(2) και την αναζήτηση, δεν σημαίνει σαφήνεια, αλλά, δυνατότητα έκφρασης ιδεών απόψεων και σκέψεων μέσω των λέξεων που πολλές φορές όχι μόνο δεν κυριολεκτούν, αλλά είναι ουσιαστικά κριτική απέναντι σε κάτι και ως εκ τούτου αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι όμως  σωστό να πούμε πως η σκέψη βρίσκεται μέσα στις αποδείξεις της ανθρώπινης ύπαρξης, και η γλώσσα – ομιλία προσπαθεί να προσεγγίσει ακόμα και να ανακαλύψει την ουσία μιας πραγματικότητας που αυτή αναγνωρίζει. Κοντολογίς θα μπορούσαμε να πούμε πως η γλώσσα γίνεται τέχνη μέσα από τη δομή τού νου(2*) και λόγος που προσφέρει συγκίνηση, συναίσθημα, κρίση και ρυθμό, γιατί αναβαθμίζεται μέσα από την ποιητική(2**) δημιουργία. 

Η ελληνική γλώσσα όπως αναφέρει και το εγκυκλοπαιδικό λεξικό webster, “The Greeks had a word for everything” οι Έλληνες είχαν (και έχουν) μια λέξη για το κάθε τι· και επειδή όντως έτσι είναι, ο πλούτος του ελληνικού λόγου δεν είναι ανάγκη  να οδηγεί στη θέση ότι τη γλώσσα πρέπει να βιάζει κανείς για να τη βάλλει σε τάξη,  εάν δεν έχει ως διανοητική αφετηρία τον πλούτο σκέψεων τη ζεστασιά τού φιλέω και τη λάμψη της ομορφιάς η οποία “δεῖ λέγειν τό κατά ψυχήν...”. Αν και ο σκοπός της φύσης εκπληρώνεται ασφαλέστερα με το ένστιχτο παρά με το λογικό, ο άνθρωπος έχει το φυσικό χάρισμα όχι μόνο να φιλοσοφεί πλάθοντας διάφορες θεωρίες, και επι-πλέον να γνωρίζει να φυλάγεται από τη γλωσσαλγία που δημιουργεί τη φλυαρία, αλλά και να εκτιμά τη φιλοσοφία  του λακωνίζειν και του πυθαγόρειου λάλει ἅ δεῖ.

Και επειδή η γλώσσα – όπως έχουμε ήδη πει επανειλημμένα-  δεν είναι μόνο για να “καταλαβαινόμαστε”, γι αυτό η χρήση της δεν είναι ανάγκη να αντανακλά ή να απεικονίζει μόνο πράγματα που βλέπουμε και χρησιμοποιούμε όπως “τραπέζι, “αβγό”, “σπίτι”, “φαγητό”… ή που εξαντλούνται στα όρια του κόσμου. Είναι αναγκαίο να επισημάνουμε όμως, πως η γλώσσα μαθαίνεται με τη σπουδή των λέξεων, με τη μελέτη των ανθρώπων με τη φαντασία, αλλά και το κριτήριο της ανθρώπινης στέρησης μέσα στο φυσικό μεγαλείο. Ωστόσο, η γλώσσα ως ποίηση ουσιαστικά όχι μόνο συμβαδίζει, όχι μόνο συνθέτει, αλλά και ζωντανεύει κάθε βαθιά αλλά αναγκαία αγαπητική σχέση που είναι δύσκολο να τη σπουδάσει κανείς μέσω της νεκροτομής που είναι ακολούθημα του θανάτου...γιατί η γλώσσα θα ζη πάντα, χωρίς όμως στην περίπτωσή μας να ζει!  Τη γλώσσα τη βλέπει κανείς εποπτικά ξετυλίγοντας αιώνες ποιητικής δημιουργίας. Καμιά φορά βέβαια, πολλοί, – ίσως οι περισσότεροι – μιλούν γι αυτήν σαν αντικείμενο. Όμως αυτή στην ουσία είναι μια συνεχής διατριβή και μια σχέση που μας αποκαλύπτει μια μοναδική πορεία και μοναδικότητα. Μπορεί η γλώσσα να μην “μετέσχε θείας μοίρας” δηλ. να μην την δημιούργησε ο θεός, όμως είναι η πηγή πλούτου και δημιουργίας των πνευματικών αγαθών. Έτσι η γλώσσα εποπτεύεται από τη φυσική οικονομία, και το γλωσσικό φαινόμενο ζη και εξελίσσεται προοπτικά σε ποσότητα αλλά και σε ποιότητα μέσα από την παιδαγωγική τού πνεύματος τής κίνησης και των αισθήσεων. Χρέος τού κάθε γλωσσικού αγαπητικού είναι να βάζει σε τάξη τη φυσική γλωσσική πλησμονή και να την ανυψώνει στο υψίπεδο τής πληρότητας αντιδρώντας στα χτυπήματα τής γλωσσικής και διανοητικής κακοπάθειας. Ωστόσο, είναι πρέπον να γίνει αντιληπτό  πως κάθε μεράκι** κρύβει πόνο και πάθος για να μπορέσει ο αγαπητικός να σπάσει τις αλυσίδες τού γλωσσικού Καυκάσου. Γιατί μην ξεχνάμε πως για να πιάσει κανείς ερωτικό αλισβερίσι(3) με τη γλώσσα, πρέπει να γνωρίζει τον κίνδυνο, να έχει την τόλμη όσο και τη χάρη. Στην τραγική και στέρφα γλωσσική εποχή που ζούμε κάθε στράβωμα ζητάει ίσιωμα (εύθυνση) και η επιτυχία γι αυτήν αποτελεί η χρήση του κανόνα όχι ως ράβδος μυστική αλλά στυπτική· ως ευθύτητα και κυρίως ευθύνη που όμως μας αφορά όλους γιατί η γλώσσα είναι και κοινωνικό προϊόν

Σήμερα καθένας που σκέφτεται το φως δεν πρέπει να παρακαλεί την Αθηνά να τραγουδήσει το μῆνιν ἄειδε, αλλά να προβληματιστεί, να αγωνιστεί και αν χρειαστεί να απευθύνει οϊμέ στους σύγχρονους ντόπιους  ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΤΕΣ*** οι οποίοι δοκούν, χωρίς να αντιλαμβάνονται, πως αδιαφορώντας ή και καταργώντας κάθε ιστορική σχέση με τη γλώσσα δεν εξυπηρετούν. Αντίθετα, βαναυσουργούν γλωσσικά συμβάλλοντας σε μια γλωσσική πενία που σε αποτρέπει να γευτείς τους ηδονικούς καρπούς, αδρανοποιεί και αλλοιώνει νοηματικά  χωρίς να παράγει καινούργια (καινός + έργο), αλλά ούτε καιν- ούρια! (ευνοϊκά) και για τη γλώσσα και όχι μόνο. Έτσι, κάποιοι, αντιλήφθηκαν  μόνοι τους; ότι χρειάζονται “ορθοπαιδικό!!!” για να γιατρέψει τις παιδικές δυσπλασίες του μυαλού τους. 

 

 

Αναγκαίες διευκρινιστικές σημειώσεις - προσθήκες

 

* Ας μη ξεχνάμε πως και στη γλώσσα της οικονομίας υπάρχουν λέξεις που πολλοί άνθρωποι δεν τις γνωρίζουν στο βάθος, όμως τους ταλαιπωρούν στην ουσία λέξεις όπως: αγαθά, χρήμα, υπεραξία, κόστος, παραγωγή, καπιταλιστική & σοσιαλιστική οικονομία κλπ.

Να συμπληρώσουμε ακόμα, πως όταν λέμε “λέξη” εννοούμε γενικά την ομιλία, τη λέξη ή τη φράση πρβλ. την εκφρ. “δεν είπε λέξη”.

(2) διάνοια είναι ο ενδιάθετος και άνευ φωνής λόγος. καθότι “Τῷ λόγῳ χρῆται μόνος τῶν ζώων ἄνθρωπος, τοῦ δέ λόγου ὕλη ἡ φωνή” βλ. Αριστοτ. “περί Ζώων γενέσεως”.

(2*) νους/νοός ρ. νοέω-ω = νόηση, διάνοια, λογισμός. Απ’ εδώ σχηματίζεται και η φωνή η οποία, “τά τοῦ νοός εἰς φῶς ἐξάγειοιονεί φωτονόη βλ. Αριστοτ. “περί ψυχής”.

(2**) Του ποιητού έργον είναι να λέγει ουχί τα γενόμενα, αλλά τα πιθανά κατά το εικός ή αναγκαίον βλ. ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ Ελληνική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ανάτυπο 1893

Η πάσα αιτία, προκειμένου να μεταβή κάτι από την ανυπαρξίαν εις την ύπαρξιν είναι ποίησις… βλ. Ο εν τη λέξει Λόγος – Ερατώ εκδ. Γεωργιάδης Αθήναι 2006

2) ποίηση σημαίνει δημιουργία (ρ. ποιώ) η τέχνη της σύνθεσης στίχων, ποίημα = δημιούργημα.

** μεράκι  = πόθος. Από το ἵμερος = πόθος (που προέρχεται από μεγάλη αγάπη- έντονο συναίσθημα) ουσιαστικά  ἱμεράκιον εξ ου και μερακλής. ετυμ. εκ του ἵεμαι = ρίπτομαι και ἐρωή-ρωή κίνηση (σχετ. και η λαϊκή έκφραση έπεσε στον έρωτά του/της) ἰότης = επιθυμία πρβλ. και στο προοίμιο της Οδύσσειας· “ἀλλ’ οὐδ’ ὥς ἑτάρους ἐρρύσατο, ἱέμενός περ.” = Αλλ’ ουδέ κι έτσι τούς εταίρους έσωσε, κι ας ήθελε – επιθυμούσε.

(3) Αλισβερίσι = δοσοληψία, δούναι και λαβείν, συναλλαγή. από το αλίσβη = απάτη τουρκ. alișveriș

*** “Ποσειδωνιάται”: Κάτοικοι της Ποσειδωνίας, ελληνικής αποικίας που ιδρύθηκε στην  Κ. Ιταλία τον 6ο αι. π.Χ οι οποίοι κατά τον Καβάφη

Την γλώσσαν την Ελληνική εξέχασαν τόσους αιώνες ανακατευμένοι

με τους Τυρρηνούς και τους Λατίνους και άλλους ξένους…

Και τώρα πώς εξέπεσαν, πώς έγιναν…

βγαλμένοι – ω συμφορά- απ’ τον Ελληνισμό!!!

 

knafpl@hotmail.com

Άλλες απόψεις: Του Κ. Α. Ναυπλιώτη